Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης. Σύνοψη της 500χρονης ιστορικής διαδρομής της

 


Ιωάννης Κ. Χασιώτης – Clio Turbata

Η ελληνική παρουσία στη Νεάπολη και την ευρύτερη νότια Ιταλία έχει βέβαια πανάρχαιες ρίζες: από τα αρχαϊκά χρόνια της ίδρυσης της ίδιας της πρωτεύουσας της Καμπανίας ως Παρθενόπης και στη συνέχεια ως Νεάπολης μέχρι την επί πέντε αιώνες ενσωμάτωσή της στη βυζαντινή επικράτεια.

Το δεδομένο αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψη, για να κατανοήσουμε και τη διαφορετική προέλευση του ελληνικού στοιχείου του ιταλικού Mezzogiorno, όπου ακόμα και σήμερα μπορούμε να μιλούμε για μιαν ιδιόμορφη –πολιτιστικά τουλάχιστον– διαστρωμάτωση, και του ανθρώπινου δυναμικού στον μικρόκοσμο της ελληνικής κοινότητας: Πάνω στο υπόστρωμα των ελληνοφώνων των αρχαίων εποικισμών προστέθηκαν οι μέτοικοι της βυζαντινής περιόδου, τους οποίους ήρθαν να επικαλύψουν αιώνες αργότερα (από τα μέσα του 15ου αιώνα και εξής) οι φυγάδες και πρόσφυγες της τουρκοκρατούμενης Ανατολής και, βέβαια, να εμβολιαστούν στη συνέχεια με τους εφήμερους και μονίμους μετανάστες της σύγχρονης ελληνικής Διασποράς. Θα πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι, αντίθετα με ό,τι αντιλαμβανόμαστε στην Ελλάδα (ομαδοποιώντας μερικές φορές τα παλαιότερα και τα νεότερα στρώματα), η εθνοτική, κοινωνική και πολιτιστική διαστρωμάτωση του ιταλικού Νότου εξακολουθεί και σήμερα να επιβιώνει (εξασθενημένη βέβαια) και σε επίπεδο γλωσσικό (προς τέρψιν των γλωσσολόγων), αλλά και σε εκκλησιαστικό (προς δοκιμασίαν των θεολογούντων ιστορικών). Και σαν να μην έφταναν αυτά τα παιχνίδια της Ιστορίας, ήρθε να προστεθεί από το τέλος του Μεσαίωνα ως και τον 17ο αιώνα τουλάχιστον και ένας ακόμα παράγοντας: η διγλωσσία (ελληνικά και αρβανίτικα/arbëresh) ενός σημαντικού τμήματος των ομόθρησκων και ομόδοξων Ελληνορθόδοξων κατοίκων, οι οποίοι διαπεραιώνονταν από την τουρκοκρατούμενη νότια βαλκανική στην ιταλική χερσόνησο, αναζητώντας απελπισμένα ασφάλεια και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης σε χριστιανικό κρατικό περιβάλλον. Από το φαινόμενο αυτό (που μπορεί να ελκύει τους ανθρωπολόγους, αλλά επηρεάζει σοβαρά και τους εθνικιστές) προήλθε σε μεγάλο βαθμό, νομίζω, και η εθνοτική ισοπέδωση των «Italo-greci» και των «Italo-albanesi», η οποία, σε μιαν εποχή κατά την οποία η εθνική ταυτότητα ήταν ακόμα ρευστή, υπήγαγε στην ίδια εθνική κατηγορία το σύνολο σχεδόν των ελληνορθόδοξων πληθυσμών, είτε αυτοί προέρχονταν από τη νότια Aλβανία είτε από την Ήπειρο (βόρεια και νότια) και την Πελοπόννησο είτε –ακόμα– από τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κύπρο.

Αφήνοντας κατά μέρος τις αναλύσεις αυτές (που περιπλέκουν την εικόνα στους μη ενημερωμένους με την ιστορική πολυσημία των λαών της Μεσογείου), ας περάσουμε στα καθαυτό χρονολογικά δεδομένα: Η νεότερη περίοδος της μικρής πια (αλλά δυναμικής, όπως θα δούμε) ελληνικής παρουσίας στη Νεάπολη και την ενδοχώρα της ξεκινά με σποραδικές εγκαταστάσεις Ελλήνων φυγάδων (στρατιωτικών και αριστοκρατών κυρίως) λίγο πριν και αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Ήδη στη δεκαετία του 1460 είχε παραχωρηθεί η επικαρπία βαρονειών, χωριών, οικισμών ή φρουρίων σε μερικούς από αυτούς: στον Μανουήλ Παλαιολόγο στο San Pietro in Galatina, στους Παύλο, Γεώργιο και Ανδρόνικο Ράλλη στον Τάραντα, στον Ιωάννη Ράλλη στην Troia και στον Θωμά Ασάνη Παλαιολόγο στην Καλαβρία. Μερικά χρόνια αργότερα μεταφέρεται από την Πελοπόννησο στην Απουλία από τον Αραγονέζο βασιλιά της Νεάπολης Φερδινάνδο Α΄ (Ferrante, 1458-1494) η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, οι πασίγνωστοι στη στρατιωτική ιστορία «stradioti» («estradiotes” στα ισπανικά), οι οποίοι όχι μόνο θα αποτελέσουν τον πρώτο πυρήνα της ελληνορθόδοξης παροικίας της Νεάπολης, αλλά θα της προσδώσουν, ως τον  αρχόμενο 19ο αιώνα, και τα κύρια κοινωνικά της χαρακτηριστικά. Στα 1518 ο Θωμάς Ασάνης Παλαιολόγος, ηγετική πλέον φυσιογνωμία της νεαπολιτανικής κοινωνίας –«tenuto sempre fra primi del Regno», κατά τον Νεαπολιτανό χρονικογράφο του 17ου αιώνα Carlo de Lellis (†πριν από το 1691)– θα συνδεθεί με την επίσημη έναρξη της νεότερης ιστορίας της ελληνικής κοινότητας, οικοδομώντας την πρώτη μικρή ελληνική εκκλησία. Η κληρονομική κατοχύρωση ωστόσο στα 1526 της ιδιοκτησίας της εκκλησίας (jus patronatus) στην οικογένεια του Ασάνη Παλαιολόγου αποτέλεσε, όπως θα δούμε, αφορμή για όχι λίγες περιπέτειες και της εκκλησίας και της κοινότητας. Οπωσδήποτε το ναΐδριο εκείνο (που ανακαινίστηκε και επανοικοδομήθηκε εκ βάθρων αρκετές φορές στα επόμενα χρόνια ως ναός πλέον των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου) έμελλε να είναι η πρώτη χρονολογικά ελληνική εκκλησία στην ιστορία της νεοελληνικής Διασποράς (η οικοδόμηση του περίβλεπτου ναού του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας άρχισε δέκα χρόνια αργότερα και ολοκληρώθηκε στα 1573).

Οι μετοικεσίες των Ελλήνων στην Κάτω Ιταλία και την εποχή εκείνη, αλλά και στους επόμενους αιώνες, πραγματοποιούνταν παρά τις εναλλαγές της κρατικής κυριαρχίας στο «Reame» (όπως αποκαλούνταν διαχρονικά το βασίλειο της Νεάπολης)· και η κυριαρχία αυτή θα παραμείνει ξένη ως την ανάδυση του ενοποιημένου πλέον από τα 1861 ιταλικού κράτους: εννοώ την κατάκτησή της διαδοχικά από τους Γάλλους, τους Αραγονέζους, τους Ισπανούς (για πάνω από τρεις αιώνες), τους Αυστριακούς και πάλι τους Γάλλους, υπό το σκήπτρο διαφόρων δυναστικών οίκων: Anjou/Ανδηγαυών, Valois, Trastámara και Αραγόνας, Αψβούργων, Βουρβόνων, των ναπολεόντειων εκβλαστήσεων και της Σαβοΐας. Η συχνή εναλλαγή του κυριαρχικού καθεστώτος, που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό και για τις αποκλίνουσες κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν επί αιώνες στον ιταλικό Νότο, δεν ευνόησε την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου της περιοχής. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα, όπου εγκαταστάθηκε το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων προσφύγων της περιόδου της Τουρκοκρατίας, η κοινωνική ανέλιξή τους αγκιστρώθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο φεουδαλικό κατεστημένο των τοπικών βαρόνων, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό τους (όπως άλλωστε και του υπόλοιπου ιταλικού πληθυσμού) είτε στον αγροτικό τομέα (κάτω από άθλιες συνθήκες) είτε στον στρατιωτικό (με καλύτερες προοπτικές). Και μόνον στην πόλη της Νεάπολης και, σε μικρότερο βαθμό, σε μερικά ακόμη αστικά κέντρα της κεντρο-νότιας ιταλικής χερσονήσου και της Σικελίας (Αγκώνα, Μπαρλέτα, Μεσσήνη, Παλέρμο) έχουμε ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα κάποια δείγματα οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας.

Η Νεάπολη στα τέλη του 16ου αιώνα (χαρακτικό του Mario Cartaro, 1579).

Αλλά η μεγάλη ανατροπή στην ιστορία της κοινότητας έγινε στα 1533-1534 με τη μαζική μεταφορά με τον ισπανικό και γενουατικό στόλο στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία τεσσάρων περίπου χιλιάδων κατοίκων της Κορώνης (αλλά και της Μεθώνης, της Πάτρας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου,). Η μετοικεσία εκείνη έγινε αναπόφευκτη, όταν ο Αψβούργος αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄ (1519-1558), που είχε καταλάβει την Κορώνη το 1532, αποφάσισε να την εγκαταλείψει, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην ανάκτησή της από τους Οθωμανούς. Ακολούθησαν μικρότερες σε μέγεθος μετοικεσίες ως συνέχεια σε αλυσιδωτούς οικογενειακούς κυρίως εκπατρισμούς από την Πελοπόννησο και τα Επτάνησα. Αλλά το επόμενο μεγάλο κύμα σημειώθηκε σαράντα χρόνια αργότερα, μετά την αποτυχία των εξεγέρσεων στην ελληνική χερσόνησο, τις οποίες είχε προκαλέσει η προσδοκία της χριστιανικής επέμβασης στη διάρκεια των επιχειρήσεων του Ιερού Συνασπισμού (Sacra Lega), λίγο πρίν και μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου τον Οκτώβριο του 1571. Η κατάληψη επίσης της Κύπρου από τους Οθωμανούς στα 1570-1571 ανάγκασε ένα τμήμα του πληθυσμού του νησιού να καταφύγει στην Ιταλία, το μεγαλύτερο στη Βενετία και μεμονωμένα άτομα στη Νεάπολη και τη Σικελία.

Η έλευση των προσφύγων, ιδίως του 1533-1534 –που αποκαλούνταν γενικά «Κορωναίοι» (Coronenses, Coronei, Coroneos) άσχετα από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους– προκάλεσε τη δημογραφική κοι κοινωνική αναγέννηση των ελληνικών εστιών της Κάτω Ιταλίας. Σε αντίθεση με τους πρόσφυγες και φυγάδες των προηγούμενων μετοικεσιών (που ήταν γενικά αγρότες, κτηνοτρόφοι και κατά κανόνα αναλφάβητοι στρατιωτικοί), οι νεοφερμένοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως “αστοί” (με τα μέτρα βέβαια της εποχής). Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονταν και αρκετοί λόγιοι, κωδικογράφοι, ποιητές, εγγράμματοι κληρικοί κλπ. Επιπλέον, κατά τα πρώτα δέκα χρόνια μετά την άφιξή τους στην Ιταλία οι «Κορωναίοι» ευνοήθηκαν από τον αυτοκράτορα Κάρολο με φορολογικές απαλλαγές, επιδόματα, διορισμούς κατ’ εξαίρεση στον στρατό και τον στόλο κλπ. Γι’ αυτό και επικράτησαν κοινωνικά έναντι των άλλων συμπατριωτών τους των προγενέστερων περιόδων. Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη, σε μικρότερο βαθμό, και στους πρόσφυγες της δεκαετίας του 1570. Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν που πολλοί από τους νεήλυδες (ιδίως οι “Κορωναίοι”, αλλά και όσοι ακολούθησαν ως τον 17ο αιώνα) προέβαλλαν με επιμονή αρκετές γενιές την ελληνικότητά τους (την «grecità» τους), ενισχύοντας έτσι στη Νεάπολη και στην ενδοχώρα το νεότερο εθνοτικό περιεχόμενο του όρου «greco» έναντι του μεσαιωνικού θρησκευτικο-δογματικού “graecus”. Φαίνεται ότι οι «Κορωναίοι», στην προσπάθειά τους να επιτύχουν κοινωνική αναβάθμιση σε ένα ημιφεουδαλικό περιβάλλον τίτλους ευγενείας, εμφάνιζαν συχνά στις τοπικές αρχές πλαστά έγγραφα της αριστοκρατικής τους προέλευσης· την τακτική αυτή καταγγέλλει ο Κορωναίος ποιητής Ιωάννης Ατζαγιώλης Πρωτοκόμης στο γνωστό στιχούργημά του για τα ανδραγαθήματα του Καρόλου Ε΄, όταν του συνιστά:

                   καλέσαι μείζονας πόλεων πρεσβυτέρους,

                   ξεταζομένους ἀκριβῶς, μεθ’ ὅρκον ἀπό μέρους

                   καί εἰς θανάτου κίνδυνον καί τῆς περιουσίας,

                   ἵνα τά γινωσκόμενα πάντα μετ’ ἀληθείας

                   ἀπαραιτήτως δείξωσιν…….

                   Καί ταῦτα πάντα τάς γραφάς καλῶς ἐξετασθῆναι,

                   μήποτε ἐκ παραδρομῆς ἄλλος ἀδικηθῆναι.

Ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου της Νεάπολης (εξωτερικό).
Επιγραφή του 1617 στην είσοδο του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου.

Η τάση αυτή αποτυπώθηκε στις επιτύμβιες επιγραφές που σώθηκαν (μερικές μόνο σε παλαιά χρονικά, κάποιες ακόμα και σήμερα στον χώρο της εκκλησίας) και που εξυμνούσαν στα λατινικά, ιταλικά και, σπανιότερα, στα αρχαία ελληνικά τα κατορθώματα και την “αριστοκρατική” καταγωγή των θανόντων και των οικογενειών τους (τα επιτύμβια τα διακοσμούσαν, ήδη από την εποχή του Θωμά Ασάνη Παλαιολόγου, με οικόσημα, θυρεούς και ανάλογα εμβληματικά σήματα).  Αλλά βέβαια η “grecità” της κοινότητας ανανεωνόταν κυρίως με τα επόμενα κύματα των φυγάδων και προσφύγων, που κατέφθαναν από την Κρήτη και τη Μάνη κατά τον 17ο αιώνα, και από την Ήπειρο, τα Επτάνησα και άλλες ελληνικές περιοχές (ακόμα και από τη Μικρά Ασία) κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα.

Στην εμπέδωση του ελληνικού χαρακτήρα της κοινότητας συντέλεσε και η οργάνωσή της. Δυο μόλις χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στη Νεάπολη, οι “Κορωναίοι” εξασφάλισαν (με τη στήριξη των ισπανικών αρχών, που τους χρειάζονταν για τον στρατό και το ναυτικό τους), αλλά και τη συγκατάθεση της Αγίας Έδρας, την άδεια να συστήσουν δική τους ελληνορθόδοξη Αδελφότητα (Phratria ή Confraternita). Το νομικό καθεστώς αυτής της Αδελφότητας αποτυπώθηκε το 1561 σε ειδικό καταστατικό (Statuto), το οποίο συνέταξαν, όπως γράφουν οι ίδιοι, με βάση αυτοκρατορική απόφαση του 1535 και με αρκετά στοιχεία από την ανάλογη κοινοτική οργάνωση που είχαν στην Κορώνη στο όνομα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.  Το δεδομένο αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον (αν σκεφθεί κανείς ότι τα σωζόμενα καταστατικά κοινοτικής οργάνωσης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα είναι μεταγενέστερα). Είναι πάντως πιθανόν ότι αρκετές από τις διατάξεις του Statuto του 1561, ιδιαίτερα εκείνες που θεσμοθετούσαν την πρωτοκαθεδρία των λαϊκών έναντι των κληρικών, αποτελούσαν συγκερασμό των κοινοτικών θεσμίων της Κορώνης και των ειδικών κανόνων που ίσχυαν αναγκαστικά στις χώρες υποδοχής για τη λειτουργία των θρησκευτικών, φιλανθρωπικών, επαγγελματικών και συντεχνιακών συσσωματώσεων. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, το καταστατικό αυτό, με τις μεταγενέστερες βελτιώσεις του (κυρίως με τη θεμελιώδη αναθεώρησή του στα 1593 από εκπροσώπους της δεύτερης γενιάς των Πελοποννησίων μετοίκων), θα αποτελέσει τη βάση όχι μόνο για τη συλλογική οργάνωση των Ελλήνων της Νεάπολης, αλλά και το βασικό νομικό τους όπλο στους πολλούς δικαστικούς αγώνες που θα χρειαστεί να δώσουν στους επόμενους αιώνες εναντίον των πολλών αμφισβητιών τού θρησκευτικού χαρακτήρα (όχι απλώς του ελληνόρρυθμου και ουνιτικού rito greco, αλλά του αμετακίνητου ortodosso) της κοινότητας· θα τη διασφαλίσει επίσης από τις απαιτήσεις των απογόνων του Θωμά Ασάνη Παλαιολόγου και άλλων διεκδικητών τής ακίνητης περιουσίας της, η οποία, χάρη στα κληροδοτήματα των φιλογενών μελών της παροικίας, είχε ήδη αρχίσει από τα μέσα του 16ου αιώνα να γίνεται δελεαστική. Αλλά το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, επίτευγμα εκείνης της μικρής Confraternita ήταν η σταθερή προσήλωσή της στην «grecità» της· την προστάτεψε χάρη στα διατάγματα των ισπανικών αρχών και τις βούλλες της Αγίας Έδρας, που μετέτρεπαν και de jure την Universitas Graecorum σε πολιτική οντότητα, όχι απλώς «εθνοτική», αλλά «εθνική» (nazionale), με τα μέτρα πάντοτε της εποχής. Και παρά τις αναπόφευτες αναταράξεις, η κοινότητα θα κατορθώσει να διατηρήσει την ταυτότητα αυτή και στους επόμενους αιώνες, χωρίς τις τεράστιες απώλειες που υπέστησαν οι μικρότερες και αδύναμες ελληνορθόδοξες εστίες της ενδοχώρας (όπου στο δίγλωσσο περιβάλλον επικράτησε σταδιακά το αλβανόφωνο στοιχείο έναντι του ελληνόφωνου, πολύ πριν από την ανάδυση του αλβανικού εθνικού κινήματος).

https://cognoscoteam.gr/%ce%b7-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bd%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bd%ce%b5%ce%ac%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%8d%ce%bd/



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου