Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Πρίμο Λέβι: Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος


Ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος, θυμόμαστε τις απαντήσεις του για το Άουσβιτς λίγο πριν αυτοκτονήσει.

Δήμητρα Γκρους, 27.01.2018

Το 1943, τον Δεκέμβριο, ο 24χρονος ιταλοεβραίος Πρίμο Λέβι, ο οποίος έχει ενταχθεί στο πολιτικό σκέλος της Αντίστασης, συλλαμβάνεται από τη φασιστική αστυνομία και οδηγείται στο στρατόπεδο Κάρπι-Φόσσολι. Δύο μήνες μετά, τον Φεβρουάριο του 1944, οι εκεί κρατούμενοι μεταφέρονται στο Άουσβιτς, 650 άνθρωποι στοιβαγμένοι σε ένα τρένο για εμπορεύματα, όπου καταγράφεται ως το νούμερο 174.517 και οδηγείται στο στρατόπεδο Buna-Monowitz, γνωστό ως Άουσβιτς III. Καταφέρνει να επιζήσει μέχρι την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τον Κόκκινο Στρατό στις 27 Ιανουαρίου του 1945, μαζί με άλλους 20 μόλις κρατούμενους από εκείνη τη φουρνιά. Επιστρέφει στην Ιταλία τον Οκτώβριο του 1945, όπου θα ζήσει 42 ακόμα χρόνια. Θα κάνει οικογένεια, θα εργαστεί και θα αυτοκτονήσει τον Απρίλιο του 1987, πρωτίστως όμως θα γράψει για την εμπειρία του στο Άουσβιτς και θα γίνει ο συγγραφέας του Ολοκαυτώματος.

Στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (πρώτο έργο μιας τριλογίας που θα συμπληρωθεί από την «Ανακωχή» και το «Αυτοί βούλιαξαν και αυτοί σώθηκαν») το συνέθεσε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του, δίνοντας μορφή στις προχειρογραμμένες σημειώσεις που κρατούσε εκεί, σαν έναν σύνδεσμό του με τη ζωή, αντιστεκόμενος στην εκμηδένιση. Επειδή, όπως λέει, υπάρχει αυτή η ανάγκη να διηγηθούμε στους άλλους αυτό που ζήσαμε, να τους κάνουμε μάρτυρες της εμπειρίας μας. Το υλικό αυτό έδωσε ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και μαζί μία συγκλονιστική καταγραφή ενός από τα πιο εφιαλτικά κεφάλαια της ανθρώπινης ιστορίας.

Ο Πρίμο Λέβι, χημικός στο επάγγελμα, δεν έγραψε εκκινούμενος απλώς και μόνο από την αναγκαιότητα που ωθεί έναν συγγραφέα στη συγγραφή. Διαβάζοντας το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» ξεχνάς ότι δεν πρόκειται ακριβώς για λογοτεχνία. Ίσως γιατί δεν σου φαίνεται πιστευτό πως όλα αυτά στ’ αλήθεια συνέβησαν. Και γιατί είναι τόσο ωραία γραμμένο. Η ιδέα πως η αφηγηματική πρακτική εδώ δεν είναι διαμεσολαβημένη και ότι ο συγγραφέας δεν επινοεί κανένα από τα φρικτά γεγονότα που αφηγείται είναι δυσβάσταχτη για τον αναγνώστη, που όσο προχωράει στην ανάγνωση στοιχειώνεται από αυτόν τον τόσο νηφάλιο λόγο, προορισμένο, όπως αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου, όχι να συντάξει ένα νέο κατηγορητήριο, αλλά να προσφέρει στοιχεία για μια μελέτη των διαφορετικών -τρομακτικών και αποτρόπεων- όψεων της ανθρώπινης φύσης.

Η ιδέα της πείνας, του κρύου, της εξάντλησης, των βασανιστηρίων, της εκμηδένισης, του θανάτου, ανθρώπων που έχουν απωλέσει οποιοδήποτε στοιχείο ταυτότητας και μαζί την ανθρώπινή τους ιδιότητα, σε κατατρέχει. Στον πρόλογο ο συγγραφέας σε προϊδεάζει για τους κινδύνους.

«Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι “κάθε ξένος είναι εχθρός” (...) Όταν αυτή η ανομολόγητη αλυσίδα αποτελέσει τη μείζονα πρόταση ενός συλλογισμού, τότε στο τέλος της αλυσίδας βρίσκονται τα στρατόπεδα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας σύλληψης του κόσμου οδηγημένης στην έσχατη συνέπειά της: όσο υπάρχει αυτή η αντίληψη τα αποτελέσματά της θα μας απειλούν. Η ιστορία των στρατοπέδων εξόντωσης θα έπρεπε να ερμηνευτεί από όλους σαν ένα δυσοίωνο σημάδι κινδύνου».


Αλλά πριν ακόμα βυθιστείς στον εφιάλτη του στρατοπέδου μέσω της ψύχραιμης, στοχαστικής γλώσσας που συνειδητά υιοθετεί για να μιλήσει για μια θηριωδία που όμοιά της δεν υπάρχει στην ιστορία της ανθρωπότητας, ο Πρίμο Λέβι παραθέτει ένα ποίημα. Μας απευθύνεται σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο, σε μας που ήσυχοι ζούμε στα ζεστά μας σπίτια, και μας ρωτάει Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ορίζοντάς μας το καθήκον της μνήμης. Διαφορετικά, καταλήγει σε μια κατάρα στους τελευταίους τρεις στίχους, που σε στοιχειώνουν και τους κουβαλάς.

Ο Πρίμο Λέβι αυτοκτόνησε στις 11 Απριλίου του 1987. Λίγους μήνες πριν, στις 17 Φεβρουαρίου του 1986, δημοσιεύει ένα κείμενο όπου απαντάει στις ερωτήσεις που του απηύθυναν πιο συχνά για την εμπειρία του στο Άουσβιτς.

Όσο ήμουν στο στρατόπεδο, η ανάγκη μου να πω την ιστορία ήταν τόσο δυνατή που άρχισα να περιγράφω τις εμπειρίες μου εκεί, επιτόπου, σε αυτό το γερμανικό εργαστήριο, το «γεμάτο» με παγωμένο κρύο, πόλεμο και άγρυπνα μάτια. Και παρόλα αυτά ήξερα ότι δεν θα μπορούσα κάτω από οποιαδήποτε περίπτωση να διαφυλάξω αυτά τα προχειρογραμμένα σημειώματα. Μόλις επέστρεψα στην Ιταλία, αισθάνθηκα υποχρεωμένος να γράψω και μέσα σε λίγους μήνες έγραψα το «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος». Περίπου 15 χρόνια αργότερα, έγραψα το «Η ανακωχή». Μου έχουν υποβληθεί πολλές ερωτήσεις σχετικά με αυτά τα βιβλία, τις οποίες προτίθεμαι να απαντήσω εδώ.

Υπολογίζεται πως 1,1 εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν στους θαλάμους αερίων ή πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες στο Άουσβιτς. Το 90% ήταν Εβραίοι.

Στα βιβλία σας δεν χρησιμοποιείτε εκφράσεις μίσους για τους Γερμανούς, ούτε εκφράζετε επιθυμία για εκδίκηση. Τους έχετε συγχωρήσει;

Θεωρώ το μίσος κάτι κτηνώδες και ακατέργαστο και για αυτό προτιμώ oι ενέργειες και oι σκέψεις μου να αποτελούν προϊόν όσο το δυνατόν περισσότερο της λογικής. Πολύ λιγότερο αποδέχομαι το μίσος που απευθύνεται συλλογικά σε μια εθνική ομάδα, για παράδειγμα σε όλους τους Γερμανούς. Εάν το δεχόμουν αυτό θα ήταν σαν να ακολουθούσα τις αρχές του ναζισμού, που ιδρύθηκε ακριβώς στη βάση του εθνικού και φυλετικού μίσους. Πρέπει να παραδεχτώ ότι αν είχα μπροστά μου έναν από τους διώκτες μας εκείνων των ημερών, συγκεκριμένα, γνώριμα πρόσωπα, θα έμπαινα στον πειρασμό να μισήσω και μάλιστα βίαια. Αλλά ακριβώς επειδή δεν είμαι φασίστας ή ναζιστής, αρνούμαι να υποκύψω σε αυτόν τον πειρασμό.

Πιστεύω στη λογική και τη συζήτηση ως υπέρτατα μέσα προόδου. Έτσι, καθώς περιέγραφα τον τραγικό κόσμο του Άουσβιτς υιοθέτησα σκόπιμα την ήρεμη και νηφάλια γλώσσα του μάρτυρα, όχι τους θρηνητικούς τόνους του θύματος ή τη θυμωμένη φωνή κάποιου που αναζητά εκδίκηση. Θεωρούσα ότι όσο πιο αντικειμενικά κατάφερνα να αποδώσω τη μαρτυρία μου, όσο λιγότερο συναισθηματικά φορτισμένη, τόσο πιο αξιόπιστη και χρήσιμη θα ήταν.

Την ίδια στιγμή δεν θα ήθελα η απουσία μιας απερίφραστης καταδίκης να συγχέεται με μία άνευ όρων συγχώρεση. Όχι, δεν έχω συγχωρήσει κανέναν από τους ενόχους και δεν είμαι πρόθυμος να συγχωρήσω ούτε έναν από αυτούς, εκτός κι αν έχει δείξει (με πράξεις, όχι με λόγια και όχι πολύ αργά) ότι έχει συνειδητοποιήσει τα εγκλήματα και τα λάθη και είναι αποφασισμένος να τα καταδικάσει, να τα ξεριζώσει από τη συνείδησή του και να διαμορφώσει και τις συνειδήσεις των άλλων, επειδή ένας εχθρός που βλέπει τα λάθη του παύει να είναι εχθρός.

Ήξεραν οι Γερμανοί τι συνέβαινε;

Πώς είναι δυνατόν η εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων να μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην καρδιά της Ευρώπης χωρίς να γνωρίζει κανείς;

Ο κόσμος στον οποίο ζούμε εμείς οι δυτικοί, σήμερα, πάσχει από σοβαρές αβλεψίες και κινδύνους, αλλά σε σύγκριση με τις χώρες και τις εποχές κατά τις οποίες η δημοκρατία καταπνίγεται, έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: όλοι γνωρίζουν για όλα. Η πληροφόρηση σήμερα είναι η «τέταρτη εξουσία». Σε ένα αυταρχικό κράτος δεν ισχύει αυτό. Υπάρχει μόνο μία Αλήθεια, που διακηρύσσεται από τα πάνω. Οι εφημερίδες είναι όλες ίδιες, επαναλαμβάνουν τη μία και μοναδική αλήθεια. Η προπαγάνδα υποκαθιστά την πληροφόρηση. Είναι σαφές ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες καθίσταται δυνατό (αν και όχι πάντα εύκολο: ποτέ δεν είναι εύκολο να πλήξεις με τέτοια βία την ανθρώπινη φύση) να σβήσουμε αρκετά μεγάλα κομμάτια της πραγματικότητας.

Ωστόσο, δεν ήταν δυνατόν να μείνει κρυφή η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου συστήματος, όπως αυτό των στρατοπέδων συγκέντρωσης, από τον γερμανικό λαό. Επιπλέον, από τη ναζιστική σκοπιά, αυτό δεν ήταν κάτι επιθυμητό. Η δημιουργία και η διατήρηση μιας ατμόσφαιρας γενικευμένου, απροσδιόριστου τρόμου στη χώρα ήταν ένας από τους στόχους του ναζισμού. Ήταν εξίσου βολικό οι ίδιοι οι πολίτες να γνωρίζουν ότι το να αντιτεθούν στον Χίτλερ ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Στην πραγματικότητα, εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί περιορίστηκαν στα στρατόπεδα από τους πρώτους μήνες του ναζισμού: κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι, εβραίοι, προτεστάντες, καθολικοί. Όλη η χώρα το γνώριζε, ήξεραν ότι στα στρατόπεδα οι άνθρωποι υποφέρουν και πεθαίνουν.

Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι η μεγάλη μάζα των Γερμανών παρέμεινε ανενημέρωτη για τις πιο άθλιες λεπτομέρειες όσων συνέβησαν αργότερα στα στρατόπεδα: η μεθοδικά βιομηχανοποιημένη εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων, οι θάλαμοι αερίων, οι κλίβανοι καύσης, όλα αυτά δεν προορίζονταν να γίνουν γνωστά και στην πραγματικότητα λίγοι τα γνώριζαν μέχρι το τέλος του πολέμου. Μεταξύ άλλων προφυλάξεων, για να διατηρηθεί το μυστικό, χρησιμοποιήθηκαν προσεχτικά μελετημένοι κυνικοί ευφημισμοί στην επίσημη γλώσσα: κανείς δεν μίλησε για «εξόντωση» αλλά για «τελική λύση», όχι για «απέλαση» αλλά για «μεταφορά», όχι «δολοφονία με αέρια» αλλά «ειδική μεταχείριση». Ευλόγως, ο Χίτλερ φοβόταν ότι αυτές οι τρομακτικές ειδήσεις, εάν αποκαλύπτονταν, θα έθεταν σε κίνδυνο την τυφλή πίστη που του είχε η χώρα και θα πλήττονταν το ηθικό των στρατιωτών.

Ωστόσο, οι περισσότεροι Γερμανοί διέθεταν ποικίλες πηγές πληροφόρησης. Το να γνωρίζει και να μιλάει κανείς για όσα ήξερε ήταν ένας τρόπος να κρατήσει την απόστασή του από τον ναζισμό. Αλλά οι περισσότεροι Γερμανοί δεν ήξεραν γιατί δεν ήθελαν να ξέρουν. Στην πραγματικότητα, ήθελαν να μην ξέρουν. Είναι αλήθεια ότι ο γερμανικός λαός, στο σύνολό του, δεν προσπάθησε καν να αντισταθεί. Στη Γερμανία του Χίτλερ υπήρξε ένας ιδιαίτερα διαδεδομένος κώδικας: αυτοί που ήξεραν δεν μιλούσαν· όσοι δεν γνώριζαν δεν έκαναν ερωτήσεις· όσοι έκαναν ερωτήσεις δεν λάμβαναν απαντήσεις. Κλείνοντας το στόμα, τα μάτια του και τα αυτιά του, ο τυπικός γερμανός πολίτης δημιούργησε για τον εαυτό του την ψευδαίσθηση ότι δεν γνώριζε, επομένως δεν ήταν συνεργός σε όσα συνέβαιναν έξω από την πόρτα του.


Υπήρχαν κρατούμενοι που διέφυγαν από τα στρατόπεδα; Πώς γίνεται και δεν υπήρξαν μεγάλες εξεγέρσεις;

Αυτό είναι από τα πιο συχνά ερωτήματα που μου θέτουν. Πρέπει επομένως να πηγάζει από κάποια ιδιάζουσα περιέργεια ή ανάγκη. Η ερμηνεία μου είναι αισιόδοξη: οι σημερινοί νέοι πιστεύουν ότι η ελευθερία είναι ένα προνόμιο χωρίς το οποίο δεν μπορεί κανείς να ζήσει, ανεξαρτήτως συνθηκών. Γι’ αυτούς, λοιπόν, η ιδέα της φυλακής συνδέεται άμεσα με την ιδέα της απόδρασης ή της εξέγερσης. Η έννοια της απόδρασης ως ηθικής υποχρέωσης ενισχύεται από τη ρομαντική λογοτεχνία, από τη λαϊκή λογοτεχνία και από τον κινηματογράφο, στον οποίο ο ήρωας, αδίκως (ή και δικαίως) φυλακισμένος, προσπαθεί πάντα να δραπετεύσει, ακόμη και στις λιγότερο ευνοϊκές περιστάσεις - και η προσπάθειά του στέφεται πάντα με επιτυχία. Ίσως είναι καλό το ότι η στέρηση της ελευθερίας θεωρείται κάτι μη φυσιολογικό, σαν μια ασθένεια που πρέπει να θεραπευθεί με διαφυγή ή εξέγερση.

Δυστυχώς, αυτή η εικόνα προσεγγίζει στο ελάχιστο την αλήθεια για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόνο μερικές εκατοντάδες αιχμάλωτοι προσπάθησαν να ξεφύγουν, για παράδειγμα, από το Άουσβιτς. Από αυτούς, ίσως, λίγοι τα κατάφεραν. Η απόδραση ήταν δύσκολη και εξαιρετικά επικίνδυνη. Οι φυλακισμένοι ήταν εξαντλημένοι και αποδυναμωμένοι από την πείνα και την κακομεταχείριση. Τα κεφάλια τους ήταν ξυρισμένα, τα ριγέ ρούχα τους αμέσως αναγνωρίσιμα και τα ξύλινα παπούτσια τους έκαναν αδύνατο το αθόρυβο και γρήγορο περπάτημα. Δεν είχαν χρήματα και δεν μιλούσαν την πολωνική, την τοπική γλώσσα, ούτε είχαν επαφές στην περιοχή, η οποία τους ήταν ξένη. Πάνω από όλα, χρησιμοποιήθηκαν έντονα αντίποινα για να αποθαρρυνθούν οι προσπάθειες διαφυγής. Όποιος πιάστηκε προσπαθώντας να δραπετεύσει, κρεμάστηκε δημόσια (συχνά μετά από σκληρά βασανιστήρια). Όταν αποκαλύπτονταν μια απόδραση, οι φίλοι του φυγόδικου θεωρούνταν συνεργοί και αφήνονταν να πεθάνουν από πείνα. Όλοι οι υπόλοιποι κρατούμενοι αναγκάζονταν να σταθούν όρθιοι για 24 ώρες. Κάποιες φορές οι γονείς των «ενόχων» συλλαμβάνονταν και στέλνονταν σε στρατόπεδα.

Οι φρουροί των SS που σκότωναν έναν φυλακισμένο κατά τη διάρκεια μιας απόπειρας διαφυγής, λάμβαναν ειδική άδεια. Σαν αποτέλεσμα, συνέβαινε συχνά ένας φρουρός SS να πυροβολεί φυλακισμένους που δεν είχαν πρόθεση να διαφύγουν, για να δικαιούται άδεια. Το γεγονός αυτό αύξησε τεχνητά τον επίσημο αριθμό προσπαθειών απόδρασης που καταγράφηκε στα στατιστικά στοιχεία. Όπως έχω πει, ο πραγματικός αριθμός ήταν πολύ μικρός, αποτελούμενος σχεδόν αποκλειστικά από έναν ελάχιστο αριθμό «άριων» (δηλαδή μη Εβραίων) πολωνών κρατουμένων που ζούσαν σχετικά κοντά στον καταυλισμό και συνεπώς είχαν τη διαβεβαίωση ότι θα τους προστάτευαν οι ντόπιοι.

Όσο για το ότι δεν υπήρχαν εξεγέρσεις, η ιστορία είναι κάπως διαφορετική. Καταρχάς, πρέπει να θυμόμαστε ότι κάποιες εξεγέρσεις έχουν επιβεβαιωθεί σε ορισμένα στρατόπεδα: Treblinka, Sobibor, ακόμη και Birkenau, που ήταν ένα από τα παραρτήματα του Άουσβιτς. Δεν ήταν πολλές. Όπως και η εξέγερση στο γκέτο της Βαρσοβίας, αντιπροσώπευαν μάλλον παραδείγματα έκτακτου ηθικού σθένους. Σε κάθε περίπτωση σχεδιάστηκαν και οδηγήθηκαν από φυλακισμένους που ήταν προνομιούχοι με κάποιο τρόπο και κατά συνέπεια βρίσκονταν σε καλύτερη φυσική και πνευματική κατάσταση από ό,τι ο μέσος κρατούμενος. Αυτό δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη: μόνο με την πρώτη ματιά φαίνεται παράδοξο ότι οι άνθρωποι που επαναστάτησαν ήταν εκείνοι που υπέφεραν λιγότερο. Και εκτός στρατοπέδων, οι αγώνες σπάνια οδηγούνται από τους καταπιεσμένους. Οι άνθρωποι στα κουρέλια δεν εξεγείρονται.

Στα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων, ή εκεί όπου οι πολιτικοί κρατούμενοι ήταν πλειοψηφία, οι συνωμοσίες δεν ήταν ασυνήθιστες και συχνά ήταν αποτέλεσμα αρκετά αποτελεσματικών πρακτικών, πάντως όχι ανοιχτών εξέγερσεων. Ανάλογα με τα στρατόπεδα και τη χρονική συγκυρία, οι κρατούμενοι πετύχαιναν, για παράδειγμα, να εκβιάζουν ή να διαφθείρουν τα SS, περιορίζοντας έτσι τη χωρίς όρια εξουσία τους· να σαμποτάρουν εργασίες της πολεμικής βιομηχανίας· να οργανώσουν αποδράσεις· να επικοινωνούν μέσω ραδιοφώνου με τους Συμμάχους και να τους παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις τρομακτικές συνθήκες που επικρατούσαν στα στρατόπεδα· να βελτιώσουν τη μεταχείριση των ασθενών, υποκαθιστώντας τους γιατρούς των κρατουμένων· να παίξουν ρόλο στην «καθοδήγηση» της διαλογής, ώστε να στέλνονται στο θάνατο κατάσκοποι και προδότες, σώζοντας κρατουμένους η επιβίωση των οποίων είχε ιδιαίτερη σημασία· στο να συμβάλλουν στην προετοιμασία, ακόμα και με στρατιωτικούς όρους, αντίστασης σε περίπτωση που οι Ναζί αποφάσιζαν, με το Μέτωπο να έρχεται πιο κοντά, να εξαφανίσουν τα στρατόπεδα (όπως άλλωστε έκαναν).

Στα στρατόπεδα όπου η πλειονότητα ήταν Εβραίοι, όπως το Άουσβιτς, η οποιαδήποτε αντίσταση, ενεργητική ή παθητική, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Οι κρατούμενοι ήταν, ως επί το πλείστον, στερημένοι από οποιαδήποτε οργανωτική ή στρατιωτική εμπειρία. Προέρχονταν από όλες τις χώρες της Ευρώπης και μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες. Είχαν υποστεί λιμοκτονία και ήταν πιο αδύναμοι και εξαντλημένοι από τους υπόλοιπους· συχνά είχαν πίσω τους μια μακρά ιστορία πείνας, διωγμών και ταπείνωσης στα γκέτο. Η περίοδος διαμονής τους στα στρατόπεδα ήταν τραγικά σύντομη. Ήταν, εν συντομία, ένας κυμαινόμενος πληθυσμός, συνεχώς αποδεκατισμένος από τον θάνατο, που ανανεωνόταν από την ατελείωτη άφιξη καινούργιων κρατουμένων.

Μπορεί να αναρωτιέστε γιατί οι φυλακισμένοι που μόλις αποβιβάζονταν από τα τρένα δεν εξεγείρονταν, όσο περίμεναν για ώρες (μερικές φορές για μέρες!) να εισέλθουν στους θαλάμους αερίων. Πρέπει να προσθέσω ότι οι Γερμανοί είχαν τελειοποιήσει ένα διαβολικά έξυπνο και ευπροσάρμοστο σύστημα συλλογικού θανάτου. Στις περισσότερες περιπτώσεις όσοι κατέφταναν δεν ήξεραν τι τους περίμενε. Τους υποδέχονταν με ψυχρή αποτελεσματικότητα αλλά χωρίς βιαιότητα, καλώντας τους να ξεντυθούν για το «ντους». Μερικές φορές τους έδιναν σαπούνι και πετσέτες και τους υπόσχονταν ζεστό καφέ μετά τα ντους. Οι θάλαμοι αερίων ήταν καμουφλαρισμένοι με σωλήνες, βρύσες, γκαρνταρόμπα, γάντζους ρούχων, παγκάκια και ούτω καθεξής. Εάν οι κρατούμενοι έδειχναν το ελάχιστο σημάδι ότι γνώριζαν ή υποπτεύονταν την αναπόδραστη μοίρα, οι SS και οι συνεργάτες τους χρησιμοποιούσαν εκπληκτικές τακτικές - παρεμβαίνοντας με ακραίες βιαιότητες, με φωνές, απειλές, κλωτσιές, πυροβολισμούς· ελευθερώνοντας τα σκυλιά τους, τα οποία ήταν εκπαιδευμένα να κομματιάζουν ανθρώπους, ανθρώπους μπερδεμένους, απελπισμένους, αποδυναμωμένους έπειτα από πέντε ή δέκα ημέρες ταξιδιού σε σφραγισμένα σιδηροδρομικά οχήματα.

Έτσι, αυτό που έχει ειπωθεί μερικές φορές –ότι η δειλία κράτησε τους Εβραίους από το να επαναστήσουν– είναι παράλογο και προσβλητικό. Αρκεί να θυμηθούμε ότι οι θάλαμοι αερίων στο Άουσβιτς δοκιμάστηκαν πρώτα σε μια ομάδα 300 ρώσων αιχμαλώτων πολέμου -νεαρών στρατιωτικά εκπαιδευμένων, πολιτικά κακοποιημένων, που δεν παρεμποδίζονταν από την παρουσία γυναικών και παιδιών– και ούτε καν αυτοί δεν εξεγέρθηκαν.

Θα ήθελα να προσθέσω μια τελευταία σκέψη. Η βαθιά ριζωμένη συνείδηση ​ότι δεν πρέπει να συναινέσεις στην καταπίεση, αλλά αντίθετα οφείλεις να αντισταθείς, δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη στη φασιστική Ευρώπη και ήταν ιδιαίτερα αδύναμη στην Ιταλία. Ήταν η κληρονομιά ενός περιορισμένου κύκλου πολιτικά ενεργών ανθρώπων. Αλλά ο φασισμός και ο ναζισμός απομόνωσαν, εκδίωξαν, τρομοκράτησαν ή κατέστρεψαν αυτούς τους ανθρώπους. Δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι τα πρώτα θύματα των γερμανικών στρατοπέδων, κατά εκατοντάδες χιλιάδες, ήταν τα στελέχη των αντιναζιστικών πολιτικών κομμάτων. Χωρίς τη συμβολή τους, η βούληση για αντίσταση θα ξεκινούσε πολύ αργότερα.
  

Επιστρέψατε στο Άουσβιτς μετά την απελευθέρωσή σας;

Επέστρεψα στο Άουσβιτς δύο φορές, το 1965 και το 1982. Δεν αισθάνθηκα τίποτα ιδιαίτερο όταν επισκέφτηκα τον κεντρικό καταυλισμό του συμπλέγματος του Άουσβιτς, ο οποίος αποτελείται από περίπου 40 στρατόπεδα. Η πολωνική κυβέρνηση το έχει μετατρέψει σε ένα είδος εθνικού μνημείου. Οι καλύβες έχουν καθαριστεί και βαφτεί, έχουν φυτευτεί δέντρα και έχουν τοποθετηθεί λουλούδια. Υπάρχει ένα μουσείο στο οποίο εμφανίζονται τα θλιβερά λείψανα – τόνοι ανθρώπινων μαλλιών, εκατοντάδες χιλιάδες γυαλιά, χτένες, βούρτσες ξυρίσματος, κούκλες, παπούτσια μωρών. Εξακολουθεί όμως να παραμένει μουσείο, κάτι στατικό, ανακατασκευασμένο. Για μένα, ολόκληρο το στρατόπεδο έμοιαζε με μουσείο. Όσο για το στρατόπεδό μου, που ονομάζεται Monowitz και βρίσκεται περίπου επτά χιλιόμετρα ανατολικά του Άουσβιτς, δεν υπάρχει πλέον.

Όμως, είχα την εμπειρία μιας έντονης αγωνίας όταν μπήκα στο στρατόπεδο Μπίρκεναου, το οποίο δεν είχα δει ποτέ ως κρατούμενος. Εδώ τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η λάσπη που υπήρχε εξακολουθεί να υπάρχει, μαζί με την αποπνικτική καλοκαιρινή σκόνη. Τα μπλοκ των καλύβων (όσα δεν κάηκαν όταν ο πόλεμος πέρασε από την περιοχή) παρέμειναν όπως ήταν – χαμηλά, βρώμικα, με ξύλινες πλευρές και ξύλινα πατώματα. Δεν υπάρχουν κουκέτες αλλά γυμνές σανίδες μέχρι το ταβάνι. Τίποτα δεν έχει καλλωπιστεί. Μαζί μου ήταν μία φίλη, η Τζουλιάνι Τεντέσι, μία επιζούσα του Μπίρκεναου. Μου επισήμανε ότι σε κάθε σανίδα 1,8 με δύο μέτρα κοιμούνταν μέχρι εννέα γυναίκες. Μου έδειξε ότι από το μικροσκοπικό παράθυρο μπορούσες να δεις ό,τι απέμενε από τα κρεματόρια, τις φλόγες που έβγαιναν από την καμινάδα. Όταν είχε ρωτήσει κάποιες μεγαλύτερες γυναίκες: «Τι είναι αυτή η φωτιά;» της απάντησαν: «Είμαστε εμείς αυτό που καίνε».

Αντιμέτωποι με τη θλιβερή ενθυμητική δύναμη αυτών των τόπων, ο καθένας από εμάς, τους επιζώντες, συμπεριφέρεται με διαφορετικό τρόπο, αλλά είναι δυνατόν να ξεχωρίσουμε δύο τυπικές κατηγορίες. Όσοι αρνούνται να επιστρέψουν ή ακόμη και να συζητήσουν το θέμα, ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, όπως και εκείνοι που θα ήθελαν να ξεχάσουν αλλά δεν το καταφέρνουν, και βασανίζονται από εφιάλτες, και όσοι ξέχασαν, τα διέγραψαν όλα, και άρχισαν ξανά να ζουν ξεκινώντας από το μηδέν. Παρατήρησα ότι γενικά όλοι αυτοί είναι όσοι κατέληξαν στα στρατόπεδα λόγω της κακής τους τύχης, δηλαδή χωρίς συγκεκριμένη πολιτική ή ηθική δέσμευση. Για αυτούς η εμπειρία των στρατοπέδων ήταν μια τραυματική εμπειρία αλλά στερημένη από νόημα, όπως μια ατυχία ή μια ασθένεια. Η μνήμη στην περίπτωσή τους είναι κάτι οδυνηρό που εισβάλλει στη ζωή τους, την οποία επιδιώκουν να εξαλείψουν.

Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από πρώην πολιτικούς κρατούμενους ή εκείνους που είχαν πολιτική ή θρησκευτική πεποίθηση ή ισχυρή ηθική συνείδηση. Για αυτούς τους επιζώντες, η ανάμνηση είναι καθήκον. Δεν θέλουν να ξεχάσουν και ακόμη περισσότερο δεν θέλουν οι άλλοι να ξεχάσουν, επειδή έχουν καταλάβει ότι η εμπειρία τους δεν ήταν χωρίς νόημα, ότι τα στρατόπεδα δεν ήταν ένα ατύχημα, ένα απρόβλεπτο ιστορικό συμβάν.

Γιατί μιλάτε για τα γερμανικά στρατόπεδα και όχι για τα ρωσικά;

Μπορώ να μιλήσω για τα πράγματα που υπέμεινα και είδα. Τα βιβλία μου δεν αποτελούν ιστορίες. Κατά τη σύνταξή τους περιορίστηκα αυστηρά στην αναφορά γεγονότων για τα οποία είχα άμεση εμπειρία, εξαιρουμένων αυτών που έμαθα αργότερα από βιβλία ή εφημερίδες. Γι’ αυτό δεν μιλάω γενικά για τα ρωσικά στρατόπεδα. Ευτυχώς δεν ήμουν ποτέ σε αυτά και έτσι το μόνο που μπορώ είναι να επαναλάβω είναι πράγματα που έχω διαβάσει, που είναι ήδη γνωστά σε όλους όσους ενδιαφέρονται για το θέμα.

Παρόλα αυτά, δεν θέλω ούτε μπορώ να αποφύγω το καθήκον που έχει ο καθένας μας να διατυπώσει μια κρίση ή μια άποψη. Εκτός από τις προφανείς ομοιότητες μεταξύ των γερμανικών και των ρωσικών στρατοπέδων, νομίζω ότι μπορώ να παρατηρήσω σημαντικές διαφορές. Η κύρια διαφορά έγκειται στον οριστικό χαρακτήρα.

Τα γερμανικά στρατόπεδα αποτελούν κάτι μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία είναι αιματοβαμμένη. Στην αρχαία πρακτική της εξάλειψης ή τρομοκράτισης των πολιτικών αντιπάλων έθεσαν έναν σύγχρονο τερατώδη στόχο, να εξαφανίσουν ολόκληρους λαούς και πολιτισμούς. Ξεκινώντας περίπου το 1941, έγιναν γιγάντιες μηχανές θανάτου. Οι θάλαμοι αερίων και τα κρεματόρια σκόπιμα σχεδιάστηκαν για να αφανίσουν ανθρώπινες ζωές σε κλίμακα εκατομμυρίων. Το τρομακτικό ρεκόρ ανήκει στο Άουσβιτς, με 24.000 νεκρούς σε μια μέρα, τον Αύγουστο του 1944.

Τα σοβιετικά στρατόπεδα δεν ήταν και δεν είναι, βεβαίως, ευχάριστα μέρη, αλλά σε αυτά ο θάνατος των κρατουμένων δεν ήταν –ακόμη και στα πιο σκοτεινά χρόνια του σταλινισμού– ρητά επιδιωκόμενος. Ήταν ένα πολύ συχνό περιστατικό, και γινόταν ανεκτό με βάναυση αδιαφορία, αλλά βασικά δεν ήταν ρητώς επιδιωκόμενο. Ήταν ένα παραπροϊόν, μάλλον, απότοκο της πείνας, του κρύου, των λοιμώξεων, της σκληρής εργασίας.

Σε αυτή τη τρομακτική σύγκριση μεταξύ δύο μοντέλων κόλασης, πρέπει να προσθέσω και το γεγονός ότι κάποιος που έμπαινε στα γερμανικά στρατόπεδα σπάνια επιβίωνε. Δεν προβλεπόταν καμία άλλη μοίρα, παρά μόνο ο θάνατος. Στα σοβιετικά στρατόπεδα, υπήρχε πάντοτε ένα ενδεχόμενο όριο κάθειρξης. Τον καιρό του Στάλιν, πολλοί από τους «ένοχους» έλαβαν τρομερες ποινές (έως και 15 ή 20 χρόνια), αλλά η ελπίδα για ελευθερία, έστω και αμυδρή, παρέμενε.

Από αυτή τη θεμελιώδη διαφορά, απορρέουν κι άλλες. Οι σχέσεις μεταξύ φυλάκων και κρατουμένων ήταν λιγότερο απάνθρωπες στη Σοβιετική Ένωση. Όλοι ανήκαν στο ίδιο έθνος και μιλούσαν την ίδια γλώσσα, δεν είχαν καταχωρηθεί ως υπερήρωες και «υπάνθρωποι» όπως στον ναζισμό. Οι άρρωστοι θεραπεύονταν, αν και ανεπαρκώς. Αντιμέτωποι με υπερβολικά σκληρή δουλειά, η διαμαρτυρία δεν ήταν αδιανόητη. Η σωματική τιμωρία ήταν σπάνια και όχι πολύ σκληρή. Ήταν δυνατή η παραλαβή επιστολών και συσκευασιών με τρόφιμα. Η ανθρώπινη προσωπικότητα, με λίγα λόγια, δεν αμφισβητήθηκε και δεν εξαλείφθηκε εντελώς. Ως γενική συνέπεια, τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν πολύ διαφορετικά στα δύο συστήματα. Στη Σοβιετική Ένωση, στις πιο σκληρές περιόδους, περίπου το 30% αυτών που εισήλθαν πέθαναν. Πρόκειται για ένα απαράδεκτα υψηλό ποσοστό. Αλλά στα γερμανικά στρατόπεδα, η θνησιμότητα ανήλθε στο 90 με 98 τοις εκατό.

Τέλος, μπορούμε να φανταστούμε τον σοσιαλισμό χωρίς στρατόπεδα, σε πολλά μέρη του κόσμου έχει πραγματοποιηθεί. Ένας ναζισμός χωρίς αυτά είναι αδιανόητος.
  
Πώς μπορεί να εξηγηθεί το φανατικό μίσος των Ναζί για τους Εβραίους;

Μπορούμε να πούμε ότι ο αντισημιτισμός είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση μισαλλοδοξίας. Ότι για αιώνες είχε έναν θρησκευτικό χαρακτήρα. Ότι στο Τρίτο Ράιχ επιδεινώθηκε από την εθνικιστική και στρατιωτική προδιάθεση του γερμανικού λαού και από τη «διαφορετικότητα» του εβραϊκού λαού. Ότι διαδόθηκε εύκολα σε όλη τη Γερμανία –και σε ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης– χάρη στην αποτελεσματικότητα της φασιστικής και ναζιστικής προπαγάνδας, η οποία χρειαζόταν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να φορτώσει την ενοχή και τη δυσαρέσκεια. Ότι το φαινόμενο έφτασε σε σημείο παροξυσμού από τον Χίτλερ, έναν μανιακό δικτάτορα.

Αλλά αυτές οι κοινώς αποδεκτές εξηγήσεις δεν με ικανοποιούν. Είναι απλουστευτικές και δεν αναλογούν στα γεγονότα που πρέπει να εξηγηθούν. Διατρέχοντας το χρονικό του ναζισμού, δεν μπορώ να αποφύγω την εντύπωση μιας γενικευμένης ατμόσφαιρας ανεξέλεγκτης τρέλας. Έτσι προτιμώ την «ταπεινότητα» με την οποία ορισμένοι από τους σοβαρότερους ιστορικούς ομολογούν ότι δεν κατανοούν τον εξοργιστικό αντισημιτισμό του Χίτλερ και της Γερμανίας.

Ίσως δεν μπορεί κανείς -κι ακόμη περισσότερο, δεν οφείλει- να καταλάβει τι συνέβη, γιατί το να κατανοείς σημαίνει να δικαιολογείς. Αφήστε με να το εξηγήσω. Η κατανόηση μιας πρότασης ή μιας μορφής ανθρώπινης συμπεριφοράς σημαίνει ότι την περιέχει, ότι περιέχει τον δημιουργό της, προϋποθέτει ότι κάποιος βάζει τον εαυτό του στη θέση του, ταυτίζεται μαζί του. Κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ να ταυτιστεί με τον Χίτλερ, τον Χίμλερ, τον Γκέμπελς, τον Άιχμαν και αμέτρητους άλλους. Αυτό μπορεί να μας τρομάζει, ταυτόχρονα όμως παρέχει και μια αίσθηση ανακούφισης, γιατί ίσως είναι επιθυμητό τα λόγια τους και οι πράξεις τους να μην είναι κατανοητά σε εμάς. Πρόκειται για μη ανθρώπινα λόγια και πράξεις, πραγματικά αντι-ανθρώπινα, χωρίς ιστορικό προηγούμενο, δύσκολα συγκρίσιμα ακόμη και με τα πιο σκληρά γεγονότα του βιολογικού αγώνα για την επιβίωση.

Ο πόλεμος μπορεί να εξηγηθεί, αλλά το Άουσβιτς δεν έχει καμία σχέση με τον πόλεμο. Δεν ήταν ένα επεισόδιο σε αυτόν, ούτε μια ακραία μορφή του. Ο πόλεμος είναι πάντα ένα φοβερό γεγονός, που πρέπει να αποδοκιμαστεί. Αλλά είναι μέσα μας, έχει έναν ορθολογισμό, τον κατανοούμε. Δεν υπάρχει τίποτα το ορθολογικό στο ναζιστικό μίσος. Είναι ένα μίσος που δεν υπάρχει μέσα μας, είναι έξω από τον άνθρωπο, είναι ένα δηλτηριώδες φρούτο που ξεπήδησε από το θανάσιμο κορμό του φασισμού, αν και έξω από και πέρα ​​από τον ίδιο τον φασισμό. Αν ωστόσο η κατανόηση είναι αδύνατη, η γνώση είναι επιτακτική, γιατί αυτό που συνέβη θα μπορούσε να συμβεί ξανά. Η συνείδηση ​​μπορεί να παρασυρθεί και να συγκαλυφθεί ξανά: ακόμη και η συνείδησή μας.

Για το λόγο αυτό, είναι καθήκον όλων να διαλογίζονται πάνω στο τι συνέβη. Όλοι πρέπει να γνωρίζουν ή να θυμούνται ότι ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, όταν μιλούσαν δημόσια, ήταν πιστευτοί, πως τους χειροκρότησαν, τους θαύμαζαν, λατρεύονταν σαν θεοί. Ήταν «χαρισματικοί ηγέτες». Είχαν μια μυστική δύναμη αποπλάνησης που δεν απόρρεε από την αξιοπιστία τους ή την αξιοπιστία όσων έλεγαν, αλλά από τον υποβλητικό τρόπο με τον οποίο μιλούσαν. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι οι πιστοί τους οπαδοί, μεταξύ των οποίων οι επιμελείς εκτελεστές των απάνθρωπων εντολών τους, δεν γεννήθηκαν βασανιστές, δεν ήταν (με λίγες εξαιρέσεις) τέρατα: ήταν συνηθισμένοι άνδρες. Τέρατα υπάρχουν, αλλά είναι πολύ μικρός ο αριθμός τους για να είναι πραγματικά επικίνδυνοι. Πιο επικίνδυνοι είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι, όσοι είναι έτοιμοι να πιστέψουν και να ενεργούν χωρίς να θέτουν ερωτήσεις.

Επειδή είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τους αληθινούς προφήτες από τα ψεύτικους, καλό είναι να αντιμετωπίζεις όλους τους προφήτες με καχυποψία. Ωστόσο, είναι σαφές ότι αυτή η φόρμουλα είναι πολύ απλή για να λειτουργήσει σε κάθε περίπτωση. Ένας νέος φασισμός, στα χνάρια της μισαλλοδοξίας, της κακομεταχείρισης και της υποτέλειας, μπορεί να γεννηθεί έξω από τη χώρα μας και να εισαχθεί μέσα σε αυτή ανεπαίσθητα και με διαφορετικά ονόματα. Ή να αναδυθεί από μέσα με τέτοια βία που να υπερβαίνει όλες τις άμυνες. Σε αυτή την περίπτωση τα επιχειρήματα δεν βοηθούν πλέον, πρέπει να βρεθεί η δύναμη για αντίσταση. Αλλά και πάλι, τότε, η μνήμη για το τι συνέβη στην καρδιά της Ευρώπης, όχι πολύ καιρό πολύ πριν, μπορεί να χρησιμεύσει υποστηρικτικά και ως προειδοποίηση.

(Απόδοση από την αγγλική μετάφραση του Ruth Feldman)

* Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, Primo Levi, εκδ. Άγρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου