Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Πάπισσα Ιωάννα

Rhoides-papissa-ioanna-1882-cover.png
H Πάπισσα Ιωάννα είναι μυθιστόρημα του Εμμανουήλ Ροΐδη το οποίο δημοσιεύτηκε το 1866 με τον χαρακτηρισμό «μεσαιωνική μελέτη», σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα.
 Σε αυτό εξιστορείται ο βίος της Ιωάννας, μίας γυναίκας, η οποία, προσποιούμενη ότι ήταν άντρας, κατάφερε να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και να φτάσει μέχρι και το αξίωμα του Πάπα. Το μυθιστόρημα βασίζεται στο σχετικό μεσαιωνικό θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας, σύμφωνα με τον οποίο μια γυναίκα βρέθηκε στο θρόνο του Βατικανού κατά την περίοδο 855 - 858. Το μυθιστόρημα αυτό θεωρείται το σημαντικότερο από τα έργα του Ροΐδη και ένα από τα σπουδαιότερα ελληνικά μυθιστορήματα, το οποίο τελικά καταδικάστηκε «ως αντιχριστιανικόν και κακόηθες», με την υπ' αριθμόν 5688/04-04-1866 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ ο ίδιος ο Ροΐδης διώχθηκε δικαστικά.
Η Πάπισσα Ιωάννα έχει τον υπότιτλο «μεσαιωνική μελέτη»[3] και το βιβλίο, εκτός από την καθαυτό αφήγηση (στην οποία υπάρχουν συχνά υποσημειώσεις με επιπρόσθετο πληροφοριακό υλικό), συνοδεύεται από άλλες τρεις ενότητες: έναν πρόλογο του συγγραφέα προς τους αναγνώστες με πληροφορίες ενημερωτικές για την προϊστορία του έργου, την έρευνα, τις πηγές, το ύφος αλλά και την κριτική διάθεση με την οποία αντιμετώπιζε τα εκκλησιαστικά πράγματα, μία εκτενή εισαγωγή με παρουσίαση όλων των μαρτυριών για την ύπαρξη της Πάπισσας Ιωάννας και την ιστορία της, και μία ενότητα με εκτενείς σημειώσεις στο τέλος του έργου, όπου παρατίθενται άλλα ιστορικά στοιχεία και σχόλια.
Η κυρίως αφήγηση εξιστορεί τη ζωή της Ιωάννας από τη γέννηση έως το τέλος της ζωής της. Ξεκινά από την ιστορία των γονέων της, δύο ιεραποστόλων και συνεχίζει με την ένταξή της στον βίο της μοναχής σε νεαρή ηλικία, τη γνωριμία και τον έρωτά της για τον μοναχό Φρουμέντιο, τα ταξίδια τους -με την Ιωάννα μεταμφιεσμένη σε άντρα- στη Γερμανία, στην Ελβετία και τη Γαλλία, τη μακροχρόνια παραμονή τους στην Αθήνα και την εγκατάσταση της Ιωάννας στη Ρώμη, την άνοδό της στην εκκλησιαστική ιεραρχία που την οδήγησε τελικά στο παπικό αξίωμα, την ερωτική της σχέση με τον θαλαμηπόλο της, την εγκυμοσύνη και τέλος την αποβολή και τον θάνατό της κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας.

Ιστορία του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τοῦδε περιωρίσθην, σεβαστοί μοι Ἱεράρχαι, εἰς τὸ νὰ καταστήσω ψηλαφητὸν εἰς ὑμᾶς ὅτι, ὅσον ἀντιχριστιανικὴ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἡ «Ἰωάννα», μυριάκις ἀντιχριστιανικώτεραι εἶναι αἱ ὑμέτεραι ὕβρεις, ἀπειλαὶ καὶ ἐπικλήσεις τοῦ εἰσαγγελέως, ἤδη δὲ θέλω ἐξετάσῃ, μὲ τὴν ἀδειάν σας, ἂν τῷ ὄντι τὴν θρησκείαν ἢ ΑΛΛΟ ΤΙ ἐχλεύασεν ὁ συγγραφεὺς τοῦ καταδικασθέντος βιβλίου.
Εμμ. Ροΐδης, «Ὀλίγαι λέξεις εἰς ἀπάντησιν … τῆς ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου», σελ. 305
Το πολύκροτο έργο εκδόθηκε στις αρχές του 1866. Ο Ροΐδης στον πρόλογο του έργου ισχυρίζεται ότι άκουσε για πρώτη φορά τον μεσαιωνικό θρύλο για την Πάπισσα Ιωάννα όταν ήταν παιδί στη Γένοβα, όπου ζούσε με την οικογένειά του. Η ιστορία τον εντυπωσίασε και αργότερα κατά την πολύμηνο διαμονή του στη Γερμανία (1855-1856) συγκέντρωσε υλικό για την εποχή, το οποίο συμπλήρωσε ταξιδεύοντας στην Ιταλία αλλά κι επισκεπτόμενος την Εθνική Βιβλιοθήκη στην Αθήνα. Εκεί, οι αδιάκοπες αιτήσεις μεσαιωνικών βιβλίων, «ἅτινα οὔτε ἐγνώριζον οὔτε εὐκόλως ἀνεύρισκον οἱ τότε βιβλιοφύλακες, ἠνάγκασαν μάλιστα τὸν ἐφορεύοντα Παναγιώτην Σοῦτσον νὰ λύῃ τὰ ἑκάστοτε ἐγειρόμενα ζητήματα δίδων εἰς τὸν Ροΐδην μίαν κλίμακα καὶ τὴν ἄδειαν ν' ἀναζητῇ ὁ ἴδιος τὰ συναξάρια».[4]
Ο μύθος της Πάπισσας Ιωάννας ήταν αρκετά διαδεδομένος και είχε απασχολήσει και στο παρελθόν ιστορικούς και λογοτέχνες, επομένως ο Ροΐδης είχε στη διάθεσή του αρκετά κείμενα από τα οποία άντλησε υλικό για το θέμα του. Τα κείμενα που χρησιμοποίησε κυρίως ο Ροΐδης είναι η μελέτη του Fr. Spanheim (1631) Disquisitio historica de papa foemina inter Leonem IV et Benedictum III, για τις ιστορικές πληροφορίες της εισαγωγής, και το έμμετρο αφήγημα Papessa (1804), του Giambattista Casti.
Η δημοσίευση του έργου αντιμετώπισε αμέσως αρνητική κριτική από εκπροσώπους της Εκκλησίας, εξαιτίας της τολμηρότητας κάποιων σκηνών και κυρίως της κριτικής που ασκούσε ο Ροΐδης σε συγκεκριμένες πρακτικές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις επιθέσεις εναντίον του Ροΐδη πρωτοστάτησε αρχικά ο κληρικός Μακάριος ο Καρυστίας, με άρθρα στον Τύπο, και αργότερα ενεπλάκη και η Ιερά Σύνοδος που με εγκύκλιό της αναθεμάτισε το έργο ως «κακόηθες καὶ βλάσφημον» και ζήτησε την παρέμβαση του κράτους για την απαγόρευση της κυκλοφορίας του βιβλίου, κάτι που τελικά δεν έγινε. Το θέμα αυτό φαίνεται πως απασχόλησε για αρκετό καιρό τον Τύπο της εποχής, αλλά οι απόψεις των αρθρογράφων ήταν διχασμένες.
Ο Ροΐδης απάντησε στις επιθέσεις αρχικά με τα σατιρικά κείμενα «Ἡ Πάπισσα Ίωάννα καὶ ἡ ἠθική. Ἐπιστολαὶ ἑνὸς Άγρινιώτου» και στη συνέχεια με το κείμενο «Ὁλίγαι λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ' ἀρ. 5688 ἐγκυκλίου τῆς Ἱεράς Συνόδου κατὰ τῆς Παπίσσης Ἰωάννας». Στο πρώτο κείμενο εξέταζε την Πάπισσα παράλληλα με άλλα σατιρικά κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, με κύριο στόχο να αποδείξει σε όσους επαινούσαν μεν το έργο, αλλά κατηγορούσαν την αθυροστομία του, ότι σε όλα τα σατιρικά κείμενα η αθυροστομία ήταν αναγκαία, ενώ στο δεύτερο ανασκεύαζε τις κατηγορίες της Ιεράς Συνόδου, διανθίζοντας παράλληλα την επιχειρηματολογία του με χιούμορ: για παράδειγμα αναγνώριζε ότι χάρη στην Ιερά Σύνοδο το βιβλίο του αναγνώστηκε και έγινε διάσημο στο ευρύ κοινό, ενώ αλλιώς θα παρέμενε γνωστό μόνο σε κάποιους λογίους![5]
Βεβαίως, η κριτική στο έργο αυτό δεν ασκήθηκε μόνο από την Εκκλησία, αλλά και από πολλούς λόγιους της εποχής, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ιδιαίτερα έντονη κριτική δέχτηκε από τον Γάλλο Ζυλ Μπαρμπέ ντ’ Ωρεβιγύ (Jules Barbey d'Aurevilly) . Ο ντ' Ωρεβιγύ επιτέθηκε στον Ροΐδη με άρθρο του στην εφημερίδα Constitutionel των Παρισίων στις 9 Απριλίου 1878, δώδεκα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του έργου. Μεταξύ άλλων, έγραφε:
Ὁ κ. Ροΐδης κάνει τὸν ἐλαφρὸ. Εἶναι ὁ ταρτοῦφος τῆς ἐλαφρότητος. Καμώνεται καὶ λέει ὅτι βασική του ἐπιδίωξις […] ἦταν τὸ μυθιστόρημα, ἐνῶ τὸ κύριο […] ἦταν ἡ Ἱστορική διατριβή, μὲ τὴν ὁποία […] προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξῃ, ὡς ἀληθινὸ ἕνα γεγονός […] ἀνυπόστατο, ποὺ τὸ ἀρνήθηκαν καὶ οἱ Διαμαρτυρόμενοι ἀκόμα.[6]
Σε αντίθεση προς την καυστική απάντηση προς την Εκκλησία, η αντίδραση του Ροΐδη περιορίσθηκε τώρα σε μια επιστολή προς τον ντ’ Ωρεβιγύ με ημερομηνία 1η Μαΐου 1878. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο γράμμα του αυτό λέει πως η Πάπισσα Ιωάννα είναι νεανικό του αμάρτημα:
Ἐκεῖνο ποὺ σεῖς ἐκλαμβάνετε ὡς ἔργο μίσους, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ξέσκασμα μαθητοῦ, ἕνα νεανικὸ ἁμάρτημα, καὶ πρῶτος ἐγὼ ἀναγνώρισα τὶς ἀτέλειες καὶ τὶς ὠμότητες τοῦ ὕφους.[7]
Αντιδράσεις για την Πάπισσα δεν έλειψαν ούτε και στον 20ό αιώνα: το 1940, όταν ετοιμαζόταν έκδοση των Απάντων του Ροΐδη από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, η κυβέρνηση απαγόρευσε την επανέκδοση του μυθιστορήματος.[8]
Ο Ροΐδης αντιμετώπισε αντιδράσεις και για την λογοτεχνική πλευρά του έργου, αφού κατηγορήθηκε για «λογοκλοπή» από τις πηγές που χρησιμοποίησε.[9] Αργότερα όμως, η Πάπισσα Ιωάννα αναγνωρίστηκε ως ένα από τα πιο πρωτοποριακά μυθιστορήματα της ελληνικής πεζογραφίας του 19ου αιώνα, όχι μόνο χάρη στο επιμελημένο ύφος του αλλά και λόγω της αντιρομαντικής διάθεσής του, η οποία θεωρήθηκε πρόδρομος της στροφής προς τον ρεαλισμό που πραγματοποιήθηκε στην ελληνική πεζογραφία μετά την εμφάνιση της γενιάς του 1880.[10]

Αποδόσεις του έργου στη δημοτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά καιρούς, πολλοί συγγραφείς θέλησαν να αποδώσουν την Πάπισσα Ιωάννα στην καθομιλουμένη. Αξίζει να αναφερθεί η απόδοση του Γ. Τσουκαλά το 1954, που γνώρισε πολλές επανεκδόσεις, του Αντώνη Σιμιτζή το 1993, του Μάριου Βερέττα (αντικριστά με το πρωτότυπο) και, πιο πρόσφατα, του Δημήτρη Καλοκύρη το 2005.[11] Οι προσπάθειες αυτές, ειδικότερα η τελευταία του Δημήτρη Καλοκύρη, δέχτηκαν μεγάλη κριτική για την αδυναμία μεταφοράς λογοπαιγνίων με αποτέλεσμα την απώλεια της ειρωνίας του Ροΐδη, αλλά και για την ανεπιτυχή μετάφραση όρων. Ο ίδιος ο Ροΐδης εναντιωνόταν στην μετάφραση κειμένου ενός γλωσσικού τύπου σε άλλον τύπο της ίδιας γλώσσας: παρ' ότι είχε αρχικά επιτρέψει στον Παναγιώτη Βεργωτή την απόδοση του έργου του «Πέτρος Β΄ της Βραζιλίας» στην δημοτική, σε επιστολή του προς τον φίλο του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, αναφέρει ότι το μετάνιωσε και εκφέρει την άποψη ότι η «μετάφρασις κειμένων ἐντὸς τῆς ἰδίας γλώσσης κρύπτει πολλοὺς κινδύνους, ὧν, ἕως ἐσχάτως, δὲν εἶχον συλλάβει τὸ μέγεθος».[12]

Το ζήτημα του αφορισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπόθεση της καταδίκης του μυθιστορήματος Πάπισσα Ιωάννα, είχε δημιουργήσει κάποια σύγχυση ως προς το αν υπήρξε αφορισμός του Ροΐδη. Για αφορισμό λόγω της συγγραφής της Πάπισσας κάνει λόγο η αθηναϊκή εφημερίδα «Σκριπ» στο φύλλο της 9ης Ιανουαρίου 1904, στην πρώτη σελίδα του οποίου αναφέρεται:
Τὴν 2 μ.μ. χθὲς ἔγινεν ἡ κηδεία τοῦ Ἐμμανουῆλ Ροΐδου […] εἰς τὸ Ἅ΄ Νεκροταφεῖον, μία κηδεία σεμνὴ καὶ συγκινητική. Προηγεῖτο εἷς ἱερεύς μόνον […] οἱ ἀκολουθήσαντες ἐκτὸς τῶν συγγενῶν καὶ τῶν φίλων ἦσαν λόγιοι καὶ δημοσιογράφοι […] Ὡς γνωστόν, ὁ Ροΐδης, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ' ἣν συνέγραψε τὴν "Πάπισσαν Ἰωάνναν", εἶχεν ἀφορισθεῖ ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διὰ θρησκευτικούς λόγους. Προχθὲς τὴν πρωίαν, ἐνῶ ὁ συγγραφεὺς ἔπνεε τὰ λοίσθια, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος προέβη εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ ἀφορισμοῦ μεθ' ὃ ὁ ἑτοιμοθάνατος ἐκοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων.[13]
Εν τούτοις, για το ζήτημα αυτό, ο βιογράφος και ανηψιός του Ροΐδη, Ανδρέας Ανδρεάδης, αναφέρει:
Ὁ Ροΐδης, ἐφ' ὅσων γνωρίζω, οὐδέποτε ἀφωρίσθη· διὰ τοῦτο ἐξηκολούθησε τελῶν τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα, ὁσάκις δὲ διωρίζετο εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐφρόντιζε νὰ ὀμνύῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον πρὸ τοῦ ἱερέως τῆς ἐνορίας του. Διὰ τοῦτο δ' ἐπίσης δὲν ἐδέησε, ὅπως ἀνέγραψαν τινὲς ἐφημερίδες, ν' ἀρθῇ ὁ ἀφορισμός, ὅπως μεταλάβῃ τῶν ἄχραντων μυστηρίων καὶ κηδευθῇ χριστιανικῶς.[14]
Πράγματι, φαίνεται πως η εγκύκλιος στρεφόταν μόνο κατά του βιβλίου και όχι κατά του ιδίου του Ροΐδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου