Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Αρχαία Ρώμη: Δίκαιο και Οικονομία

Αποτέλεσμα εικόνας για Αρχαία Ρώμη: Δίκαιο

Ο ρωμαϊκός πολιτισμός συχνά κατατάσσεται στην «Κλασική Αρχαιότητα» μαζί με την αρχαία Ελλάδα, πολιτισμό που επηρέασε καθοριστικά αυτόν της Αρχαίας Ρώμης. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός είχε σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας, της τέχνης, της λογοτεχνίας, της πολεμικής τέχνης, της αρχιτεκτονικής, της τεχνολογίας και της γλώσσας στον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο, και η ιστορία του εξακολουθεί να επηρεάζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Δίκαιο

Οι ρίζες των νομικών αρχών και πρακτικών των αρχαίων Ρωμαίων μπορούν να ανιχνευθούν στη Δωδεκάδελτο Νομοθεσία (Lex Duodecim Tabularum) (449 π.Χ.). Η αναζήτηση αυτή φτάνει μέχρι το 530, οπότε και ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός εξέδωσε τον περίφημο Ιουστινιάνειο Κώδικα. Ο ρωμαϊκός νόμος όπως διαφυλάχθηκε στον Κώδικα αυτό συνέχισε να υφίσταται και τη βυζαντινή εποχή, αποτελώντας τη βάση άλλων νομοθετικών συστημάτων στην ηπειρωτική Δυτική Ευρώπη. Ο ρωμαϊκός νόμος συνέχισε να εφαρμόζεται, με την ευρύτερη έννοια, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μέχρι το πέρας του 17ου αιώνα.

Οι κύριες κατηγορίες νόμων στην αρχαία Ρώμη, όπως διαφυλάσσονται στον Ιουστινιάνειο και τον Θεοδοσιανό Κώδικα ονομάζονται Ius Civile, Ius Gentium, και Ius Naturale. Ο Ius Civile (αστικός νόμος) ήταν το κομμάτι των νόμων που αφορούσαν την τάξη των Ρωμαίων Πολιτών. Οι Αστυδίκες (Praetores Urbani) ήταν άρχοντες που είχαν την αρμοδιότητα να κρίνουν υποθέσεις τέτοιου τύπου. Ο Ius Gentium (Νόμος των Εθνών) ήταν το κομμάτι των νόμων που αφορούσαν τους ξένους και τις σχέσεις τους με τους ρωμαίους πολίτες. Αρμόδιοι αξιωματούχοι για αυτές τις υποθέσεις ήταν οι Ξενοδίκες (Praetores Peregrini). Τέλος, ο Ius Naturale περιελάμβανε τους φυσικούς νόμους, το κομμάτι εκείνο των νόμων που θεωρούταν κοινό για όλα τα πλάσματα.

Οικονομία

Η Αρχαία Ρώμη είχε υπό την κυριαρχία της τεράστιες εκτάσεις γης, με αμέτρητους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους. Για τον λόγο αυτό, η οικονομία του κράτους στηρίχτηκε στον αγροτικό τομέα και στο εμπόριο. Η ελεύθερη διακίνηση αγροτικών προϊόντων άλλαξε το ιταλικό τοπίο, και μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ., τεράστιες κτηματικές εκτάσεις που παρήγαγαν σταφύλια κι ελιές παραγκώνισαν τους μικροκαλλιεργητές, οι οποίοι δεν είχαν τα μέσα να ανταγωνιστούν την τιμή των εισαγόμενων σιτηρών. Η προσάρτηση της Αιγύπτου, της Σικελίας και της Τυνησίας στη Βόρειο Αφρική παρείχε στο ρωμαϊκό κράτος συνεχή εισροή σιτηρών. Αντίθετα, η ιταλική χερσόνησος έκανε εξαγωγές λαδιού και κρασιού. Η αμειψισπορά ήταν συνήθης πρακτική αλλά η παραγωγικότητα των αγρών ήταν χαμηλή, περίπου ένας τόνος ανά εκτάριο γης.

Η βιοτεχνία και οι κατασκευές ήταν κλάδοι με πολύ μικρότερη έκταση. Η πιο ανεπτυγμένη σχετική δραστηριότητα ήταν η εξόρυξη πετρωμάτων, που παρείχε τα βασικά δομικά υλικά των κτισμάτων της εποχής. Όσον αφορά τη βιοτεχνία, τη συγκροτούσαν μικρά εργαστήρια τα οποία απασχολούσαν το πολύ μερικές δεκάδες εργάτες. Ωστόσο, κάποια εργοστάσια τούβλων, πιθανόν να απασχολούσαν εκατοντάδες εργάτες.

Τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας επικρατούσα τάση ήταν η μικρή ιδιοκτησία και η αμοιβόμενη εργασία. Εντούτοις, οι κατακτητικοί πόλεμοι παρείχαν αφθονία σκλάβων σε χαμηλή τιμή είτε οι διάφορες εργασίες απαιτούσαν κάποια ειδίκευση είτε όχι. Υπολογίζεται πως οι σκλάβοι συγκροτούσαν το 20% του πληθυσμού της ρωμαϊκής κοινωνίας, καθώς και το 40% του πληθυσμού της Ρώμης. Μόνο κατά την αυτοκρατορική περίοδο οπότε και σταμάτησαν οι κατακτήσεις με αποτέλεσμα την αύξηση της τιμής των δούλων, η αμοιβόμενη εργασία έγινε οικονομικότερη της συντήρησης σκλάβων.

Παρόλο που οι συναλλαγές με ανταλλαγή προϊόντων ήταν συνήθης πρακτική, και χρησιμοποιούταν συχνά και κατά την συλλογή των φόρων, η Ρώμη είχε ένα καλά ανεπτυγμένο νομισματικό σύστημα. Τα ρωμαϊκά νομίσματα, φτιαγμένα από πολύτιμα μέταλλα, κυκλοφορούσαν ευρέως σε όλη την αυτοκρατορία. Μάλιστα κάποια από αυτά έχουν βρεθεί ακόμη και στην Ινδία. Πριν τον 3ο αιώνα π.Χ. ο χαλκός ανταλλασσόταν βάσει του βάρους του κατά μήκος της κεντρικής Ιταλίας. Τα πρώτα χάλκινα νομίσματα (ασσάρια) είχαν τη συμβολική αξία μιας ρωμαϊκής μονάδας βάρους χαλκού, αλλά ζύγιζαν λιγότερο. Συνεπώς, η χρησιμότητα των ρωμαϊκών νομισμάτων ως μέσων συναλλαγής ήταν μεγαλύτερη της πραγματικής τους αξίας ως μέταλλο. Όταν ο Νέρων υποτίμησε το ασημένιο δηνάριο, η νόμιμη αξία του υπολογίζεται πως ήταν κατά ένα τρίτο μεγαλύτερη από την πραγματική.

Τα άλογα ήταν πανάκριβα, και τα άλλα υποζύγια υπερβολικά αργά, για μαζικό εμπόριο στις ρωμαϊκές οδούς, οι οποίες συνέδεαν περισσότερο στρατιωτικές εγκαταστάσεις παρά αγορές, και οι οποίες σπανίως ήταν κατάλληλες για τροχούς. Ως αποτέλεσμα, υπήρχε περιορισμένη μεταφορά αγαθών ανάμεσα στις διάφορες περιοχές πριν τον 2ο αιώνα π.Χ. οπότε και άνθησε το θαλάσσιο εμπόριο. Την περίοδο αυτή, ένα εμπορικό σκάφος ήθελε λιγότερο από ένα μήνα για να πραγματοποιήσει το ταξίδι από το Κάδιξ στην Αλεξάνδρεια δια μέσου της Όστιας, δηλαδή να διαπλεύσει ολόκληρη τη Μεσόγειο σε μήκος. Οι θαλάσσιες μεταφορές ήταν 60 φορές φθηνότερες σε σχέση με αυτές στην ξηρά, έτσι ο όγκος των εμπορικών πλοίων ήταν μεγαλύτερος από τα υπόλοιπα σκάφη.

ΔΕΙΤΕ ΟΛΟ ΤΟ ΛΗΜΜΑ ΕΔΩ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου