Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

Μαρία Τερέζα ντε Φιλίπις: Η πρώτη γυναίκα οδηγός στην ιστορία της Formula 1 (pics & vid)

Αποτέλεσμα εικόνας για Maria Teresa de Filippis

Πριν από δύο χρόνια, στις 8 Ιανουαρίου του 2016, η Ιταλίδα πιλότος πέρασε τη γραμμή του τερματισμού της ζωής. Αναδημοσίευση του Sport-Retro.gr.

08/01/2018

Εκκίνηση λόγω στοιχήματος

Η Μαρία Τερέζα ντε Φιλίπις γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1926 στη Νάπολη και ήταν το μικρότερο από τα 5 παιδιά μιας εύπορης οικογένειας, στην οποίαν ανήκε το αναγεννησιακό παλάτι της πόλης Παλάτσο Μαριλιάνο και το Παλάτσο Μπιάνκο κοντά στην Καζέρτα.

Ήταν πολύ δραστήρια από μικρή, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι αγαπούσε την ιππασία, το σκι και το τένις, ωστόσο ουδείς μπορούσε να φανταστεί πως το μέλλον της θα σχετιζόταν με τους τέσσερις τροχούς.

Πώς όμως άρχισε να κρατά τιμόνι και να πατά γκάζι; «Δύο από τα αδέρφια μου, ο Αντόνιο και ο Τζιουζέπε, στοιχημάτιζαν ότι δεν θα μπορούσα να οδηγήσω γρήγορα. Εκπαιδεύθηκα στην ακτή του Αμάλφι και πανηγύρισα την πρώτη μου νίκη στην Κάβα ντε Τιρένι με ένα Fiat 500».

Η πρώτη… γκαζιά σε επίσημο αγώνα (σ.σ. 10χλμ.) έγινε στα 21 της με ένα μικροσκοπικό Fiat Topolino σε έναν κοντινό λόφο, όπου κατέγραψε τον δεύτερο καλύτερο χρόνο στην κατηγορία της.

«Να πηγαίνεις αργά, αλλά να νικάς», συνήθιζε να της λέει η μητέρα της, η οποία ήταν εξίσου σκεπτική με τον πατέρα της όταν η Μαρία τους ανακοίνωσε ότι θα μπει στον χορό της ταχύτητας.

«Δεν μου έφεραν πολλές αντιρρήσεις, διότι άρχισα να νικάω πολύ γρήγορα», είχε πει η ίδια η πιλότος σε συνέντευξή της στο «Observer», το ένθετο περιοδικό της εφημερίδας «Guardian».

Έρωτας με την πρώτη… γκαζιά

Σύντομα η Μαρία άρχισε να κρατά το τιμόνι διαφόρων αγωνιστικών αυτοκινήτων που κατασκευάζονταν στην Ιταλία, όπως το Taraschi-Urania (με κινητήρα 750cc της BMW), το Giaur-Fiat ή το ΟSCA των 1.100 κυβικών, το οποίο είχε δημιουργηθεί στην Μπολόνια από τους αδερφούς Μαζεράτι.

To 1950 στον Γύρο της Σικελίας, οι διοργανωτές την απέκλεισαν μετά το τέλος της κούρσας επειδή πριν από την εκκίνηση ο μηχανικός της είχε σπρώξει στο μονοθέσιο στο σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται κανονικά.

«Βάλατε ένα κορίτσι να τρέξει πάνω από 100χλμ. σε βρεγμένους δρόμους μόνο και μόνο για να την αποκλείσετε. Αυτό είναι τρελό», διαμαρτυρήθηκε ο συμπατριώτης της Τάτζιο Νουβολάρι.

Ήταν η εποχή που η Μαρία Τερέζα ντε Φιλίπις είχε πάρει το παρατσούκλι «diavola», δηλαδή «διαβολική» εξαιτίας των προσόντων της στην οδήγηση.

Εξελίξεις, πάντως, δεν υπήρχαν μόνο στο επαγγελματικό σκέλος αλλά και στο αισθηματικό, καθώς το διάστημα που έτρεχε με το OSCA η εύπορη Ιταλίδα ερωτεύτηκε τον ανταγωνιστή οδηγό Λουίτζι Μούσο.

Ο Ρωμαίος πιλότος τη βοήθησε να βελτιώσει την τεχνική της στην οδήγηση, ενώ συνήθιζαν να ταξιδεύουν μαζί στις περιοχές που καλούνταν να συμμετάσχουν σε αγώνες και να βάζουν στοιχήματα για την έκβαση της μονομαχίας τους.

Μια φορά στη Μεσίνα, μάλιστα, το κέρδος εκείνου που θα τερμάτιζε σε υψηλότερη θέση θα ήταν ένα χρυσό ρολόι, αλλά ουδείς κατάφερε να το αποκτήσει από τη στιγμή που αμφότεροι είχαν ατυχήματα και εγκατέλειψαν πρόωρα την κούρσα.

Ο Λουίτζι και η Μαρία αρραβωνιάστηκαν αλλά δεν παντρεύτηκαν, ενώ το διάστημα που σκοτώθηκε επί γαλλικού εδάφους (σ.σ. 6 Ιουλίου 1958), είχε αρχίσει να βγαίνει με τη Φιάμα Μπρέστσι, η οποία στη συνέχεια συνδέθηκε άρρηκτα με τον Έντσο Φεράρι.

«Μόνο το κράνος στο… κομμωτήριο»

Στο μεταξύ, η Ντε Φιλίπις είχε καταταγεί 2η στο ιταλικό πρωτάθλημα αγωνιστικών αυτοκινήτων του 1954 και είχε αποκτήσει επιπλέον φήμη 2 χρόνια αργότερα, όταν τερμάτισε στην ίδια θέση στο ανεπίσημο Grand Prix της Νάπολης με ένα Maserati 200S.

Η διάκριση του 1956 άφησε πολλούς με ανοικτό το στόμα, διότι η 29χρονη εκκίνησε από την «ουρά» του grid, όμως κατάφερε να προσπεράσει αρκετούς άλλους συμμετέχοντες, πλην ενός «ομόσταβλου» με παρόμοιο αυτοκίνητο.

Αφού απέρριψε μια πρόσκληση για να τρέξει με τη Ferrari, η Ιταλίδα βίωσε την πρώτη της εμπειρία από παγκόσμιο πρωτάθλημα με τη Maserati στο δεύτερο Grand Prix της σεζόν, εκείνο του Μονακό στις 18 Μαΐου 1958.

Ο Μεντάρντο Φεντούτσι, δημιουργός του κομψού 250F, διαμόρφωσε το κάθισμα του μονοθεσίου έτσι ώστε να απορροφά περισσότερους κραδασμούς και να φτάνει τα πεντάλ (σ.σ. ήταν μόλις 1.57μ.), όμως η Μαρία απέτυχε να εξασφαλίσει το εισιτήριο για τον κυρίως αγώνα, αφού έκανε χρόνο 1:50.8, ήτοι 5,8’’ κάτω από τον απαιτούμενο, όπως αποδείχθηκε, χρόνο για την πρόκριση.

Την ίδια τύχη είχαν περίπου οι μισοί από τους 31 συμμετέχοντες, μεταξύ των οποίων ο επίσης πρωτάρης Μπέρνι Έκλστοουν που τότε έτρεχε με ένα Connaught και πολλά χρόνια αργότερα έγινε ο επικεφαλής της Formula 1.

Η Ντε Φιλίπις δεν κατάφερε να αποβάλει το άγχος που της μετέδιδαν οι φιδογυριστοί δρόμοι του Μόντε Κάρλο, ωστόσο είχε ήδη πετύχει να γίνει σεβαστή στον κόσμο ενός ανδροκρατούμενου μηχανοκίνητου αθλήματος.

Όταν πολλά χρόνια αργότερα ρωτήθηκε για τη συμπεριφορά των ανδρών προς το πρόσωπό της, η Ιταλίδα απάντησε: «Αρχικά πίστευαν ότι δεν θα καταφέρω να παρουσιαστώ ανταγωνιστική, αλλά στη συνέχεια έφτασα μέχρι τη Formula 1.

Η μοναδική φορά που δεν μου επετράπη να αγωνιστώ ήταν στο γαλλικό Grand Prix. Ο επικεφαλής του αγώνα είχε πει: ‘Το μοναδικό κράνος που πρέπει να φορά μια γυναίκα είναι εκείνο στο κομμωτήριο…’. Εκτός αυτού δεν νομίζω ότι αντιμετώπισα οποιαδήποτε προκατάληψη, παρά μόνο έκπληξη για την επιτυχία μου».

Η πρώτη πιλότος της Formula 1

Το ένα από τα δύο ινδάλματα της Μαρία ντε Φιλίπις (σ.σ. το άλλο ήταν ο Αΐρτον Σένα πολλά χρόνια αργότερα), ο εμβληματικός Χουάν Μανουέλ Φάντζιο, ο οποίος το 1957 είχε κατακτήσει το 5ο και τελευταίο του πρωτάθλημα F1, δεν ανήκε στην ομάδα των ανδρών που την κοίταζε με καχυποψία.

Τουναντίον, ο οδηγός που τον προηγούμενο χρόνο είχε πάρει τον τίτλο με το ίδιο μονοθέσιο συνήθιζε να της δίνει συμβουλές όπως: «Όσο πιο γρήγορα τρέχεις τόσο πιο πολλά ρίσκα παίρνεις».

«Κλικ» από το περίφημο βελγικό Grand Prix

«Δεν φοβόμουν την ταχύτητα και αυτό δεν είναι πάντοτε καλό. Ανησυχούσε μήπως πάθω κάποιο ατύχημα», είχε δηλώσει η Ιταλίδα για τον Αργεντινό πιλότο.

Αν νομίζετε ότι… προσπερνούσε το ενδεχόμενο ατυχήματος λόγω απολαβών, τότε κάνετε λάθος διότι όπως είχε εξηγήσει: «Θυμάμαι ότι είχα πάρει 500 λίρες για τη συμμετοχή στο Daily Express Trophy του Σίλβερστοουν το 1958, αλλά εκτός απ’ αυτό δεν μπορώ να πω ότι κέρδιζα πολλά. Το συμβόλαιό μου με τη Μaserati προέβλεπε ότι τα κέρδη και τα κόστη θα ήταν 50-50».

Σίγουρα, πάντως, όλα τα… λεφτά ήταν η συμμετοχή της στον, επικίνδυνο, βελγικό αγώνα της 15ης Ιουνίου 1958, όταν έγινε η πρώτη γυναίκα που εκκίνησε (και ολοκλήρωσε) Grand Prix.

Εν αντιθέσει με το Μονακό, στο Σπα-Φρανκορσάμπ όλοι οι συμμετέχοντες στον προκριματικό είχαν το δικαίωμα να λάβουν μέρος στο… κυρίως πιάτο, γεγονός που βοήθησε την Ντε Φιλίπις αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι ήταν πιο αργή κατά 44’’ από τον poleman Τόνι Μπρουκς.

Το Grand Prix αποδείχθηκε δύσκολο αφού από τους 19 πιλότους που εκκίνησαν, μόλις οι 10 κατάφεραν να περάσουν την καρό σημαία του τερματισμού, μεταξύ των οποίων και η 10η Ιταλίδα που, παρεμπιπτόντως, δεν μπορεί παρά να κέρδισε και το στοίχημα με τον Μούσο (εγκατέλειψε λόγω ατυχήματος).

«Ήταν φανταστική εμπειρία, αλλά δεν ήταν και κάποιο τρομερό επίτευγμα. Είχα οδηγήσει αυτοκίνητα με πολύ μεγαλύτερους κινητήρες, ενώ εκείνη την εποχή οι κορυφαίοι πιλότοι λάμβαναν μέρος και σε άλλες διοργανώσεις (αναβάσεις σε λόφους, κούρσες αντοχής κ.τ.λ.), οπότε από την αρχή της καριέρας μου ανταγωνιζόμουν οδηγούς της F1», είχε σχολιάσει για το highlight της μηχανοκίνητης πορείας της.

«Σταμάτησα γιατί είχα χάσει πολλούς φίλους…»

Οι δύο τελευταίες συμμετοχές της σε Grand Prix με την ομάδα της Maserati έγιναν στην Πορτογαλία και την Ιταλία, όπου προκρίθηκε ως τελευταία στον κυρίως αγώνα, αλλά σε αμφότερες τις περιπτώσεις εγκατέλειψε λόγω προβλημάτων στον κινητήρα.

Το 1959 ένωσε τις δυνάμεις της με τον φίλο της Ζαν Μπερά, τον οδηγό που τη θαύμαζε και την παραλλήλιζε με «άνδρα που δεν γνώριζε τι θα πει φόβος».

Πάντως, η Μαρία δεν κατάφερε ούτε στη δεύτερη προσπάθειά της να προκριθεί στο Grand Prix του Μονακό (μόλις 3’’ κάτω από τον απαιτούμενο χρόνο), εν προκειμένω με το μονοθέσιο του Γάλλου και το έμβλημα της Behra-Porsche.

Η επόμενη πρόκληση άκουγε στο όνομα AVUS (Automobil-Verkehrs- und Übungsstraße) επί γερμανικού εδάφους, αφού προηγουμένως ο Μπερά είχε προλάβει να μεταπηδήσει και να διωχθεί από τη Ferrari επειδή γρονθοκόπησε τον team manager της ομάδας Ρόμολο Ταβόνι.

Τελικά, την 1η Αυγούστου 1959, παραμονές του Grand Prix, ο Γάλλος έτρεξε με την Porsche στη βρεγμένη πίστα του Βερολίνου, αλλά για τελευταία φορά διότι εκεί έμελλε να βρει τραγικό θάνατο.

Τότε ήταν που η Μαρία ντε Φιλίπις πήρε την απόφαση να αποσυρθεί από τη δράση σε ηλικία 32 ετών και όταν ρωτήθηκε αργότερα για τους λόγους, απάντησε: «Επειδή διαδοχικά είχαν σκοτωθεί πολλοί φίλοι. Ο Λουίτζι Μούσο, ο Πίτερ Κόλινς, ο Αλφόνσο ντε Πορτάγο, ο Μάικ Χόθορν.

Έπειτα ο Ζαν Μπερά σκοτώθηκε στο Βερολίνο. Αυτό για μένα ήταν το πιο τραγικό γιατί το περιστατικό συνέβη σε έναν αγώνα, όπου θα μπορούσα να είχα λάβει μέρος».

Η ζωή μετά το… φρένο

Έπειτα από μια γεμάτη 10ετία στις πίστες, η Μαρία Τερέζα ντε Φιλίπις αφοσιώθηκε σε μία ήρεμη καθημερινότητα μακριά από μόνιμους κινδύνους για τη σωματική της ακεραιότητα.

Μερικούς μήνες μετά την απόφασή της, η Ιταλίδα ταξίδεψε στο Σεντ Άντον για να χαλαρώσει κάνοντας σκι και να γνωρίσει εν τέλει τον άντρα που έμελλε να της αλλάξει τη ζωή.

1959 – Σίλβερστοουν

Τον έλεγαν Θίοντορ Χούσεκ, ήταν Αυστριακός, ειδικευόταν στην υφαντουργία (χημικός) και πολύ γρήγορα κατάφερε να κερδίσει την καρδιά της πρώτης γυναίκας που εκκίνησε σε Grand Prix της Formula 1.

Το ζεύγος παντρεύτηκε το 1960, αρχικά διέμενε στη χώρα που γνωρίστηκε, έπειτα στην Ελβετία και κατόπιν στην Ιταλία, ενώ σύντομα ήρθε στον κόσμο και η κορούλα τους.

Η Κάρολα Χούσεκ δεν ασχολήθηκε με τον μηχανοκίνητο αθλητισμό, αντ’ αυτού όμως, όταν έγινε κανονική γυναίκα, χάρισε 2 εγγονάκια στον Θίοντορ και τη Μαρία.

«Είχε ‘καρύδια’»

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Ντε Φιλίπις δεν είχε καμία επαφή με τον μηχανοκίνητο αθλητισμό, ώσπου εντάχθηκε στο Club Internationale des Anciens Pilotes de Grand Prix F1, νυν Grand Prix Drivers Club, όπου μάλιστα εξελέγη αντιπρόεδρος το 1997 και έγινε επίτιμος πρόεδρος στα 85α της γενέθλια εν έτει 2011.

Ένα από τα μέλη του Club, ο Βρετανός οδηγός Τόνι Μπρουκς, ο οποίος είχε αναδειχθεί νικητής στο περίφημο βελγικό Grand Prix, είχε δηλώσει για εκείνη: «Δεν ξεχωρίζει μόνο για την ομορφιά της, αλλά και για το θάρρος της μέσα σε ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο.

Είχε ‘καρύδια’ και γι’ αυτό τη σέβονταν όλοι οι αντίπαλοί της. Δεν βρισκόταν στην πρώτη γραμμή, αλλά ήταν πολύ ανταγωνιστική και έπαιζε καλά το παιχνίδι».

Επιπλέον, αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος του Maserati Club το 2004 και έγινε πρόεδρος, ασχέτως αν η σύγχρονη version της Formula 1 δεν την ικανοποιούσε.

«Δεν μου αρέσουν πολύ οι σημερινοί αγώνες. Η επιτυχία έρχεται κατά κύριο λόγο από την τεχνολογία ή την ταχύτητα των μηχανικών και λιγότερο από την ικανότητα του πιλότου. Στις μέρες μας οι οδηγοί ήταν φίλοι. Ταξιδεύαμε μαζί, διαμέναμε στα ίδια ξενοδοχεία…

Σήμερα οι πιλότοι δεν εμφανίζονται μαζί στις εξόδους τους. Οι συνεντεύξεις είναι συνήθως προβλέψιμες. Μετά τους αγώνες, απλώς επιστρέφουν στα ιδιωτικά τους αεροσκάφη. Πολύ λίγα θυμίζουν το άθλημα εν συγκρίσει με την εποχή μου», είχε πει το 2006.

Ποια, όμως, ήταν η άποψή της για τις γυναίκες και τον μηχανοκίνητο αθλητισμό; «Λίγες γυναίκες μπορούν να ανταγωνιστούν τους άνδρες. Η φυσική σωματική δύναμη δεν αποτελεί χαρακτηριστικό του φύλου μας.

Πολλές γυναίκες δεν αισθάνονται κάτι για το άθλημα. Μετά υπάρχει και το οικονομικό. Αρκετοί δεν πιστεύουν ότι μια γυναίκα μπορεί να παραταχθεί ανταγωνιστική. Είναι ντροπή, διότι πιστεύω ότι θα υπήρχε τεράστιο ενδιαφέρον αν δινόταν ευκαιρία σε γυναίκες να λάβουν μέρος στη Formula 1».

H εμβληματική Μαρία Τερέζα ντε Φιλίπις πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 2016 (είχε κλείσει τα 89 της χρόνια) στο Σκαντζοροσκιάτε του Μπέργκαμο.

Εκτός από εκείνη μόλις 4 γυναίκες συμμετείχαν σε Grand Prix της F1, εκ των οποίων οι 2 ήταν συμπατριώτισσές της (Λέλα Λομπάρντι, Τζιοβάνα Αμάτι), ενώ οι άλλες 2 ήταν η Ντιβίνα Γκαλίκα (Μ.Βρετανία) και η Ντεζιρέ Γουίλσον (Ν.Αφρική).

ΔΕΙΤΕ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΔΩ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου